Δευτέρα, 06 Φεβρουάριος 2017 10:06

Το σπίτι στο τέλος του δρόμου

Γράφτηκε από την

Προχωρούσε με το κεφάλι σκυφτό παρατηρώντας την κίνηση των ποδιών του. Τα μαύρα καλογυαλισμένα παπούτσια σκονίζονταν από το σύρσιμο που επέβαλλε η ψυχολογία του. Βήμα αργό και αβέβαιο. Το μαύρο παντελόνι ανέμιζε στο ελαφρό φύσημα του αέρα. Άλλο ένα βήμα και μετά άλλο ένα. Αναπήδησε στο άκουσμα της κόρνας του αυτοκινήτου που παραλίγο να τον πατήσει. Σήκωσε απότομα το κεφάλι και συνάντησε το βλέμμα του θυμωμένου οδηγού που χειρονομούσε έντονα. Έκανε ένα νεύμα συγνώμης και διέσχισε το δρόμο γρηγορότερα, φρενάροντας αμέσως μόλις το πέλμα του άγγιξε το πεζοδρόμιο. Στράφηκε προς τα πίσω κοιτάζοντας το σημείο της πιθανής σύγκρουσης.

«Τι τώρα, τι σε μισή ώρα».
Φαντάστηκε το αυτοκίνητο να τον χτυπάει, σχεδόν ένιωσε τον πόνο από το τράνταγμα. Μούδιασε το πόδι του και κοκάλωσε κοιτώντας εκείνο το σημείο στο οδόστρωμα που θα μπορούσε τώρα να κείτονταν νεκρός.
Μία ριπή κρύου αέρα τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Σε μισή ώρα θα έχουν όλα τελειώσει και εκείνος λυτρωμένος από το γήινο «σαρκίο» του θα οδεύει συνοδευόμενος από τους «φίλους» του σε εκείνη την άλλη διάσταση που ο Μέγας διδάσκαλος του είχε πει.
Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί ένα γύρο και ίσως για πρώτη φορά κοίταξε πραγματικά την εικόνα. Αυτό το δέντρο ήταν πάντα εκεί; Πόσο έντονο ήταν το πράσινο στα φύλλα του! Το παγκάκι στη βάση του ήταν βαμμένο μωβ. Το ίδιο χρώμα με την μπλούζα του, παρατήρησε. «Μα ποιος θα έβαφε ένα παγκάκι μωβ;».
Άλλο ένα βήμα και μετά άλλο ένα. Μηχανικά δρασκέλιζε την υπόλοιπη διαδρομή καταγράφοντας το σχήμα του μεγάλου σπιτιού, όπως αυτό μεγεθυνόταν καθώς το πλησίαζε.
Σκόνταψε. Το πόδι του συστράφηκε περίεργα κάνοντάς τον να χάσει τη ισορροπία του. Έπεφτε… ένα χέρι τον συγκράτησε την τελευταία στιγμή, αδύναμο κράτημα σε μία μάταιη προσπάθεια αντίστασης.
Κοίταξε το πρόσωπο. Γνώριμο; Εικόνες άλλων προσώπων αντιδιαστάλθηκαν με αυτή που είχε απέναντί του, για να σταματήσουν σε αυτή της μητέρας του.
Μία παιδική χαρά και εκείνος να κλαίει γοερά τρίβοντας το πονεμένο του πόδι ενώ η μητέρα του κρατώντας τον τρυφερά στην αγκαλιά της του έδινε φιλιά παρηγοριάς. «Το φιλί της μανούλας θα διώξει τον πόνο μακριά μικρούλι μου».
Σηκώθηκε και κουτσαίνοντας έκανε την υπόλοιπη διαδρομή έχοντας δώσει τις ευχαριστίες του. Τα ρουθούνια του είχαν γεμίσει από το άρωμα της κολόνιας της μητέρας του που της είχε εκείνος χαρίσει στα τεσσαρακοστά της γενέθλια και έγινε αγαπημένη συνήθεια.

Το χέρι του έτρεμε όταν σηκώθηκε να αγγίξει το πόμολο. Τα δάχτυλά αγκυλωμένα και παγωμένα αρνιόντουσαν να ακολουθήσουν τις εντολές αυτές που νόμιζε πως μετέφερε ο εγκέφαλός του. Ο πόνος στο πόδι έγινε πιο δυνατός, τον αισθανόταν σε όλο του το σώμα. Δεν ήθελε να νοιώθει. «Ο πόνος είναι αδυναμία, ο πόνος υπάρχει μόνο στην ύλη. Σε λίγο δεν θα είχε ύλη να τον δεσμεύει. Σε λίγο δεν θα υπήρχε πόνος. Σε λίγο θα ήταν φως. Εκείνη όμως η κυρία στο πεζοδρόμιο… Που θα ήταν; Το άρωμά της;»
Κοίταξε το χέρι του και μετά το κουκλάκι πάνω στο οποίο είχε σκοντάψει και ξανά το χέρι του... Μα ήταν δικό του;