Δευτέρα, 06 Φεβρουάριος 2017 10:04

Πατέρας και Γιος

Γράφτηκε από την

Καθισμένος νωχελικά στον καναπέ μου, κάπνιζε το τσιγάρο που μόλις είχε ανάψει από το πακέτο μου. Δάγκωσε μία μπουκιά από την κερασμένη πάστα φλώρα, μασώντας τη με προσοχή μη και ξεκολλήσει η πρόσφατα επανακολλημένη «γέφυρα». Χάιδεψε το λείο κρανίο του και τη μακριά γκρίζα γενειάδα ενώ ταυτόχρονα σταύρωνε τα λεπτά του πόδια και βολευόταν στην άπλα του τριθέσιου.

Το αποφάσισα, είπε. Δεν πρόκειται να αφήσω ποτέ ξανά κανέναν και τίποτα να με φέρει στην κατάσταση της προηγούμενης εβδομάδας. Μία μικρή μπουκίτσα ψωμί, το άγχος και η αγωνία έφταναν για να μου πέσουν και οι δύο «γέφυρες» μονομιάς. Όμως έπρεπε να το περάσω γιατί μόνο έτσι κατάλαβα σε ποια κατάσταση είμαι και τι θέλω.
Η καύτρα του τσιγάρου έγραφε κύκλους στην κίνηση του χεριού του και τα μάτια του, καθώς γούρλωναν δίνοντας έμφαση στα λόγια του, έκαναν τις ρυτίδες του να φαίνονται πιο βαθιές.
Φοβερή εφεύρεση το internet. Τόσες πολλές πληροφορίες που μπορείς να τις έχεις άμεσα και εύκολα. Διαφορετικά θα έπρεπε να πάω σε τέσσερις ανθρώπους για να τις πάρω. Στο λογιστή, στο δικηγόρο, στον μηχανικό στο συμβολαιογράφο. Έπρεπε! Έπρεπε να το περάσω αυτό.
Τράβηξε άλλη μία ρουφηξιά και χάθηκε σε μία ολιγόλεπτη ονειροπόληση.
Ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου τελικά καλά τα είχε φτιάξει όλα. Κα μου το είπε μια μέρα στο τραπέζι. «Από αυτό το σπίτι λεφτά ΔΕΝ θα βγάλεις». Τώρα το βλέπω! Τα έφτιαξε όλα έτσι ώστε να μην μπορώ να κάνω τίποτε με δαύτο. Και μόλις τώρα, μετά από τόσα χρόνια παρατήρησα το τζάκι. Το Σ και το Α στις δύο κολώνες του. Το Σ μπροστά και το Α στο πλάι. Εγώ και εκείνος. Το τζάκι το έφτιαξε για Μένα. Όλα τα έφτιαξε για μένα. Και εγώ τον πρόδιδα. Με ήθελε εκεί ενώ εγώ ήμουν πάντα αλλού.
Άλλαξε στάση σκύβοντας μπροστά για να τινάξει την καύτρα και το βλέμμα του πήρε μία απροσδιόριστη έκφραση. Περίμενα δάκρυα και πόνο αλλά δεν τα είδα.
«Και τώρα», συνέχισε…
Τώρα είμαι συνέχεια εκεί. Με έφερε εκεί όπου ήθελε. Και τον αγάπησα αυτό το χώρο….. Μη με κοιτάς έτσι, έχω κλάψει χρόνια πριν για’ αυτά…. Τώρα κατάλαβα πως ενώ το μάθημά μου ήταν να διαχειριστώ όλα αυτά που εκείνος έφτιαξε, εγώ απέτυχα. Τώρα δεν υπάρχει δρόμος να γυρίσω. Αυτό το σπίτι δεν είναι μόνο τοίχοι, είναι πολλά περισσότερα. Είναι ο κόπος του, ο εγωισμός του, το πείσμα του. Είναι εκείνος παντού. Είμαι εγώ σε αυτόν, γιατί εκείνος τα έφτιαξε για μένα…. Και πως θα μπορούσε να είναι αλλιώς;…. Δύο χαρακτήρες ίδιοι, αντιδραστικοί….
Πατέρας και Γιος!
***
Τράβηξε άλλη μία ρουφηξιά και έπεσε σε περισυλλογή…
Σταύρωσα τα πόδια και περίμενα.
Καλά μου το είπε ο φιλαράκος μου ο Αντώνης… Δεν μου ζητάνε να πληρώσω μόνο τα χρέη. Μου τα ζητάνε πέντε φορές απάνω! …Δες και εσένα, τρία σπίτια έχεις και δουλεύεις από το πρωί ως το βράδυ για να σου μείνουν τελικά πενήντα ευρώ για να την περάσεις…. ΕΕΕΕ και εγώ τόσα έχω και δεν πληρώνω κανένα κερατά και δεν είμαι σκλάβος κανενός.
Με κοίταξε έντονα στα μάτια περιμένοντας τη σιωπηρή μου αποδοχή που ήρθε με καθυστέρηση.
Αν τα θελήσουν ας έρθουν να τα πάρουν, αλλά μέχρι τότε εγώ θα τα χαίρομαι και θα βγαίνω με το πουλί έξω στη βεράντα και θα βάζω τη μουσική τέρμα στις έξι το πρωί και λογαριασμό σε κανένα δεν θα δίνω. Δεν θα ανοίξω μόνος μου το λάκκο να πέσω μέσα! Τι να μου τα πάρουν τώρα τι μετά. Εξάλλου όταν πεθάνω χαμένα θα πάνε! Ας τα χαρώ τώρα όσο μπορώ και όταν έρθουν να ζητήσουν λεφτά θα τους πω «πάρτε τα».
Διέγραψε μία κάθετη με τα χέρια ανάμεσα στα πόδια του τεντώνοντας τους μηρούς του και συνέχισε…
Μέχρι τότε θα ζω σαν άρχοντας. Γιατί τι θέλω; Να μπορώ να βλέπω τον ήλιο το πρωί και να ακούω τα πουλιά. Να μπορώ να κουβαλάω τα ξύλα που θα βρίσκω για τη σόμπα και να έχω δυο φίλους σαν και σας ειλικρινείς και ντόμπρους να πω μια κουβέντα. Και άσε το μαλάκα τον ξάδελφο που προσβλέπει στο σπίτι να μου δίνει τσάμπα ρεύμα. Τον πεθάνανε τον πατέρα! Συγγενείς σου λέει! Φίδια στον κόρφο σου. Αλλά ο πατέρας είχε αρχίδια που εγώ δεν έχω. Είχε και την επιχείρηση από πίσω που του έδινε τον αέρα να τους έχει όλους σούζα. Εμένα τώρα με φοβούνται. Με φοβούνται γιατί δεν ξέρουν ότι δεν έχω τίποτα. Δεν ξέρουν! Άσε τους να φοβούνται! Καλύτερα να σε φοβούνται παρά να σε λυπούνται!
Χαμογέλασε σαρκαστικά κάνοντας τα κιτρινισμένα και ταλαιπωρημένα δόντια του να χρωματίσουν μακάβρια το μισάνοιχτο στόμα του. Έκανε μία στοχαστική παύση και χαλαρώνοντας την πλάτη του που είχε τεντωθεί από την ένταση των προηγούμενων λόγων του είπε:
Και γιατί όχι, ένα σύντροφο. Έναν άνθρωπο να ζεις μαζί του. Είμαι όμως δύσκολος και ‘γω και όσο μεγαλώνω γίνομαι ακόμα πιο πολύ. Αν το θέλω πρέπει να χαμηλώσω αλλά πάλι γιατί; Έτσι και εκείνος Δύσκολος άνθρωπος. Τι τα θες όμως; Πατέρας και Γιος.