Παρασκευή, 15 Ιούλιος 2016 15:50

Αρκεί να μη θες να γράψεις

Γράφτηκε από την

Θες να γράψεις ότι άνθρωποι περιφέρονται σαν φαντάσματα μέσα στο σπίτι στις τρεις η ώρα τα χαράματα με το κλιματιστικό να λιώνει από τη ζέστη που σκάει απέξω και ξεχειλίζει από μέσα τους. Ανάβεις κι άλλο τσιγάρο και γυρίζεις την κουβέντα σε αδιάφορα θέματα, στο ματς που έληξε ισόπαλο και στο θόρυβο του σκουπιδιάρικου, πόσα περνάνε κάθε βράδυ, νομίζω πως άκουσα κι άλλο πριν λίγο, εσύ το άκουσες;

Αλλάζεις δωμάτιο, κάποτε δεν ανταλλάσεις κουβέντα, φοβάσαι να πεις κάτι, οτιδήποτε, θέλεις να κάνεις έρωτα, δεν το ζητάς, άλλοτε το ζητάς, κλείνεις το φως, κάθεσαι παγωμένος στο σκοτάδι παρά τη ζέστη, τα μάτια ανοιχτά, το μυαλό ακοίμητο, να μουρμουράει διαρκώς, θες να το κάνεις να σκάσει να κοιμηθείς επιτέλους κι ύστερα σηκώνεσαι πάλι και θες να τα γράψεις όλα αυτά, ποιος νοιάζεται, δεν θέλουν να ακούν, τα ξέρουν, σε άλλο διαμέρισμα κι άλλοι στριφογυρίζουν σαν φαντάσματα, ο ένας γύρω από τον άλλο και γύρω από τον εαυτό τους σε μια πόλη γεμάτη κι ωστόσο κενή, σε μια χώρα φάντασμα του εαυτού της, σε έναν πλανήτη με άδειες κόγχες στη θέση των ματιών που αυνανίζεται μπροστά σε οθόνες που αναβοσβήνουν με τη γυναίκα του να κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο.
Και θες να τα γράψεις, ποιος θα τα διαβάσει, αυτοί που κοιμούνται στις τρεις τα χαράματα δεν τα διαβάζουν αυτά, δεν τους αρέσουν τα φαντάσματα, δίκιο έχουν, πάσχισαν πολύ να τα διώξουν, που πας τώρα εσύ να τα τρυπώσεις πάλι μέσα τους; Αλλά και τι να γράψεις, όμορφες λέξεις, τοπία, ελπίδες και το μέλλον και θα αλλάξουν τα πράγματα, η ζωή είναι ωραία, ο έρωτας, οι φίλοι, αυτά να γράψεις, άσε τα φαντάσματα, δεν μπορείς, πρέπει, είσαι φάντασμα, υπάρχεις μόνο μέσα από τις λέξεις, τις δύσκολες, αυτές που δεν καταπίνονται, που σε κάνουν να ξυπνάς εκεί στις τρείς τα χαράματα και να μουτζουρώνεις, να σβήνεις λέξεις, τσιγάρα, επιθυμίες, να διαβάζεις βιβλία που σε στοιχειώνουν, ιστορίες από το Άουσβιτς, εγκλήματα, ζωές βουτηγμένες στη λάσπη, άνθρωποι που δίνουν τέλος χωρίς να περιμένουν την ήττα, ακραίες επιλογές, δεν θα νυστάξω έτσι λες, πληθαίνουν τα φαντάσματα γύρω μου, αυτοί γράφουν στ’ αλήθεια, εκεί τα χαράματα, που θες κι εσύ να γράψεις την αλήθεια, τόσο άσχημη, τρομερή που κανείς δεν τη πιστεύει, νομίζουν πως είναι η φαντασία σου, όχι η αλήθεια είναι, για την αλήθεια γράφω, αλλιώς γιατί σκατά να γράψεις;
Κι ύστερα ξαφνικά σταματάς, σαν να δρόσισε λίγο, κοιτάς το ρολόι για εκατοστή φορά, δοκιμάζεις πάλι να ξαπλώσεις, θα με πιάσει το χάπι σιγά σιγά, έξω φώτισε ήδη, πιάνεις άλλο βιβλίο, εύκολες λέξεις, τοπία, η ζωή είναι ωραία, οι φίλοι, ο έρωτας, και τα μάτια σου κλείνουν δεν κρατιέσαι άλλο ξύπνιος κι ας θες να γράψεις την αλήθεια, η νύστα σε νικά, ελπίδες, το μέλλον, θα αλλάξουν τα πράγματα, είναι τόσο απλό, αρκεί να μη θες να γράψεις, τραβάς το σεντόνι λευκή σελίδα πάνω σου χωρίς λέξεις εφιάλτες, βίαιες, άσεμνες, χωρίς απελπισία, ένα γλυκό υπέροχο ψέμα.

Τελευταία άρθρα από τον/την Ελένη Βασιλάκη