Παρασκευή, 24 Ιούνιος 2016 14:17

Ψέματα λες

Γράφτηκε από την

Νύφη τού θύμισε με το μακρύ άσπρο φόρεμα να χύνεται γύρω της καθισμένη πάνω του στο ξένο κρεβάτι, και κάπως έτσι του φάνηκε η νύχτα γαμήλια. Τον αιφνιδίασε της είπε, ψέματα λες του είπε και τέντωσε πίσω το κεφάλι της. Πρόβαλε τότε το χρυσό περιδέραιο που ’χε δεμένο κατάσαρκα στο λαιμό, ταλαντεύτηκαν άναρχα εκείνα τα… Φυλλαράκια, της είχε πει νωρίτερα, όχι, λογχία, του ’χε απαντήσει, να, κοίτα, σαν αιχμές από λόγχες στη σειρά, όχι, δάκρυα είναι, της είχε πει, που κλυδωνίζονταν σε κάθε της κίνηση τώρα, και πριν φυσικά, αλλά το τώρα μετρούσε.

Την κοιτούσε που έσυρε αργά το εσώρουχο μέσ’ απ’ τη λευκή τιράντα κι έγειρε μετά λίγο πάνω του, τα στήθη ζωντανά, παλλόμενα στο άνοιγμα. Το ’ξερε, το ’χε φανταστεί πως θα ’ταν σαν δάκρυα. Κι αμέσως αθέλητα η σκηνή, η μάνα να σκύβει αδιάφορα με το πουκάμισο και από μέσα ξέστηθη, μαστοί σαν δάκρυα πριν πέσουν στη γη, ο άλλος μπροστά κι εκείνος δίπλα, έντεκα χρονών, το βλέμμα του άλλου, το δικό του, το δικό της, μια αναστάτωση κι ένας θυμός, μια ντροπή, μια αλλαγή στον αέρα, κι ο άλλος εκεί, δυο καλοκαίρια και δυο χειμώνες εκεί, παρέα με τον πατέρα, να τρώνε όλοι μαζί και να πίνουν και να ψαρεύουν και να μαζεύονται τις Κυριακές κι η μαμά να πέφτει πάνω του ξελιγωμένη από τα γέλια μ’ εκείνα τα στήθη να τραντάζονται κι ο μπαμπάς στην κορυφή του τραπεζιού να τεντώνει πίσω το κεφάλι του ξεκαρδισμένος κι αυτός.
Άπλωσε τα χέρια του και τη σταμάτησε λίγο. Χειρότερα, τ’ αγκιστρωμένα δάκρυα τρεμούλιαζαν με την ανάσα της. Συνέχισε της είπε, τι; του είπε, τίποτα της είπε, ψέματα λες του είπε. Αλλά συνέχισε. Κι ύστερα, εκείνο το δεύτερο καλοκαίρι που ο αέρας είχε αλλάξει, εκείνη τη μέρα στη θάλασσα που ’ταν στα βαθιά με τον πατέρα του και την άλλη, την άλλη την τόσο όμορφη, την τόσο διαφορετική από τη μάνα του, την τόσο περιττή, εκείνο το «πήγαινε έξω, αγόρι μου, να κολυμπήσουμε λιγάκι εμείς εδώ», το νερό που τον τρυπούσε, η μαμά στην παραλία, τα δάκρυα σπρωγμένα πίσω, τα γέλια που ’φερε το κύμα, νέος θυμός και νέα αναστάτωση, και νέα ντροπή πάνω στην προηγούμενη, κι εκείνος ο βράχος που κάθε απόγευμα ορκιζόταν πως έτσι δε θα γίνει κι όμως έγινε, γιατί ο αέρας άλλαξε και τον άλλαξε κι αυτόν, και τώρα εκείνη από πάνω του με τα αιχμηρά της δάκρυα να συγκλονίζονται έτοιμα να στάξουν στην κοιλιά του.
Τη γράπωσε απ’ το χρυσό περιδέραιο κι έδωσε μια να το κόψει, να το πετάξει μακριά. Τράβηξε εκείνη απότομα κοντά, το πρόσωπό της γερτό στο δικό του, τα μάτια της απορημένα, οι θηλές της να τον λογχίζουν πιο κάτω μέσα απ’ το άσπρο φόρεμα. Ήθελα να ρουφήξω την ανάσα σου της είπε. Ψέματα λες του είπε.


(Αντικείμενο από το Μουσείο: Χρυσό περιδέραιο από πλεκτή ταινία και λογχία, 325-300 π.Χ.)