Τρίτη, 14 Ιούνιος 2016 07:20

Ευτυχώς βρέχει

Γράφτηκε από την

Ευτυχώς βρέχει, έχω αφήσει τα παράθυρα ανοιχτά στο σαλόνι στην κουζίνα στο αυτοκίνητο, όλα μέσα διάστικτα, κηλίδες που θα μεγαλώνουν ώρα με την ώρα, άλλες θα στοιβάζονται αόρατες πάνω τους, θα χρειαστούν μέρες για να στεγνώσει ο μεγάλος καναπές, καιρός που δεν θα καθόμαστε στα μπροστινά καθίσματα του αυτοκινήτου, δεν θα πηγαίνουμε πουθενά, δεν θα μιλάμε αντίκρυ στο παρήγορο φως της τηλεόρασης, με τα δάχτυλα του ενός χεριού θα τραβολογάμε την αλυσίδα του λαιμού μέχρι το στόμα να κρατήσει μέσα τον ήχο μας, ένας απ’ τους δυο θα θυμηθεί ξαφνικά να πάρει το παιδί από το φροντιστήριο, ο άλλος θα πιάσει να στεγνώσει τα βρεμένα αλλά θα μείνει να κρατά ξεφλουδισμένο σκήπτρο ένα κοντάρι σφουγγαρίστρας κάποτε κίτρινης, σε κείνο το βουνό που ’ταν απομεσήμερο κλεισμένοι μες στ’ αμάξι, το πρώτο, στο χρώμα το τουβλί, και δεν θα θυμάται τίποτ’ άλλο παρά το μπούγιο της βροχής γύρω απ’ το τούβλινο όστρακο και κείνο τον όμορφο φόβο μην το νερό τούς παρασύρει, κείνο το ξέβαμμα που πήρε η ζωή μετά τριγύρω, κι αφού αφέθηκε, θα κάτσει στο μουλιασμένο καναπέ, πάνω ακριβώς στο μούλιασμα, να ’ναι πιο σκούρο από το δίπλα, και θα εκτίθεται με όλη του την ησυχία στη λάθος θέση, στην επιλογή που άλλος δεν θα ’κανε, ας μην τον βλέπει κανείς, αρκεί να ξέρει πως το σωστό δεν είναι και το αναμενόμενο, όσην ώρα το νερό θα αφήνει το φθαρμένο ύφασμα και θα μεταναστεύει στο παντελόνι του.

Γυμνός μέσα στο σπίτι παρακολουθεί τον ίσκιο του στον τοίχο, την αντανάκλασή του στον καθρέφτη που τέτοια ώρα είναι ίσκιος και αυτή, το βρεμένο παντελόνι σκεπασμένο με κάτι άλλο στη λεκάνη του μπάνιου. Γιατί είναι πρησμένα τα μάτια σου; τι ώρα κοιμήθηκες; δεν θέλει να πει, κουνάει το κεφάλι, δεν έχει σημασία, έτσι κι αλλιώς δεν θέλω να ξανακοιμηθώ, βαριέμαι τις ώρες στο γουβιασμένο στρώμα, τα νεκρά βιβλία στο κομοδίνο, την ανικανότητά μου να τους κλέψω ό,τι άξιζε, την ικανότητά μου να κοιμάμαι κάθε βράδυ χωρίς ενοχές σ’ ένα κρεβάτι που δύο δε χωρούν και ένας περισσεύει. Εδώ θα μείνω, στη μέση του διαδρόμου, βήμα μπροστά ή πίσω, να σμίξω τη σάρκα με τον ίσκιο μου πάνω στον κρύο τοίχο, στον άλλο τοίχο απέναντι τα χρόνια που θα έρθουν, θα μείνω εδώ που η βροχή με ξέρασε κι εγώ γαντζώθηκα από πείσμα. Ξέρεις τι είναι το πείσμα; δεν θέλει να πει, κουνάει το κεφάλι, δεν έχει σημασία, έτσι κι αλλιώς πρέπει να προχωρήσει, όπου να ’ναι θα γυρίσει η άλλη, μη σε δει έτσι το παιδί γυμνό, μα κάθε μέρα έτσι με βλέπει, γυμνό με ρούχα, προχώρα, μη σε δει η άλλη, αφού ποτέ δε με βλέπει, ντύσου ρίξε κάτι πάνω σου, όχι, θα ρίξω κάτι από πάνω μου, αθόρυβα, αδιάφορα σχεδόν, όπως πετάς στο πάτωμα τις ψόφιες τρίχες κι αλλάζεις το βλέμμα μη δεις ούτε κι εσύ πως σου ’χουν απομείνει οι μισές.
Ένα ρυάκι ύποπτο σέρνεται από την κουζίνα. Η βροχή τον πλησιάζει, το ύπουλο νερένιο φίδι απειλεί το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού και τότε ο Μεγάλος Τράγος μπαίνει κατάβρεχτος απ’ την ορθάνοιχτη μπαλκονόπορτα, περνάει πάνω του, πάει στο κρεβάτι βατεύει τη γυναίκα του, πίνει από τη φλάσκα και τρέχει το κρασί στο στήθος του, ρεύεται με στόμφο κι ανεβασμένος στο τραπέζι του σαλονιού δίνει μια και κλωτσάει κάτω κρύσταλλα, φωτογραφίες, κλειδιά, κρεμιέται απ’ το πολύφωτο, σωριάζεται γελώντας, γελώντας βγαίνει από κει που μπήκε, αφήνοντας πίσω του εκείνον γαντζωμένο από το κοντάρι της σφουγγαρίστρας, καθισμένο στον γεμάτο κηλίδες καναπέ. Η πόρτα ανοίγει, μπαίνει η γυναίκα του με το παιδί, ακόμα εδώ είσαι; τίποτα δεν έκανες τόση ώρα; και τι είν' αυτά τα γυαλιά εδώ κάτω; ποιος σκόρπισε τις φωτογραφίες, τι έκανες; άχρηστος άχρηστος, πού να βασιστώ πάνω σου; το παιδί ούτε που στάθηκε, τσιγάρα μου ’φερες; ρωτάει, ποια τσιγάρα, χαμός γίνεται έξω, τσιγάρα! Σκύβει το κεφάλι και σηκώνεται, πατάει στα νερά και στα λιωμένα κρύσταλλα, ξυπόλυτος, μόνο τις φωτογραφίες μην πληγώσει νοιάζεται, κάποτε του ’φερνε τσιγάρα πριν το ζητήσει, η ροζ βροχή στο πάτωμα αρχίζει και τρυπώνει προς τα κάτω ανάμεσα στα μάρμαρα, στα πλακάκια, εξατμίζεται προς τα πάνω, χρωματίζει το ταβάνι, φτιάχνει μια αποπνικτική ατμόσφαιρα, το παιδί ξεθωριάζει μέχρι που μένει σαν ανάσα, μετά μια ιδέα, μετά οι δυο τους είναι είκοσι χρόνια πριν, το σαλόνι γεμίζει άμμο που στην άκρη της σβήνει θάλασσα, δυο πετσέτες πλάι πλάι, έτσι να χωρίσουμε και το κρεβάτι μας, τη θάλασσα όμως πώς να τη μαζέψω, είχα τσιγάρα, έτσι το ’πα να δω αν θυμηθείς, α έλα να δεις, η βροχή σταμάτησε κι εγώ στο σπίτι μέσα βράχηκα.
Αυτή ξοπίσω του στο μπαλκόνι ενώ αυτός καπνίζει, τι ωραία που μυρίζει του λέει, σαν ελαιοτριβείο μυρίζει της λέει, μέσα στην πόλη λιοτρίβι πώς σου 'ρθε του λέει, ναι περίεργο της λέει κι απορεί κι ο ίδιος που κάποιος εκεί γύρω συνθλίβεται.