Πέμπτη, 14 Απρίλιος 2016 08:36

Το κιβώτιο

Γράφτηκε από την

Σύντροφε Σ.,
Τριάντα έξι μερόνυχτα λογάριασα απ’ όταν αποχαιρετιστήκαμε κείνο τ’ απόβραδο, κι αφού μολύβι ξυσμένο βρέθηκε, δυο λόγια θέλω να σου πω να ξέρεις πως ζω ακόμα. Στο χωριό Π. φτάσαμε σήμερις, στο βουνό Γ., βρέχει, βράδυ ατέλειωτο κι απόψε, μα είμαστ’ ασφαλείς εμείς και το κιβώτιο στο μουχλιασμένο καφενέ, στο τζάκι δίπλα εγώ, σκυφτός πάνω απ’ το τέταρτο γράμμα που σου γράφω και ποτέ δε θα στείλω.

Κρύο, αβάσταχτο κρύο, σύντροφε Σ., κρύο και βουνά, ένα χωριό, και πάλι βουνά, και πάλι χωριό, και πάντα μαζί μας το κιβώτιο που μεταφέρουμε αλλάζοντας βάρδιες με ξυλιασμένα τα δάχτυλα. Κρυοπαγήματα. Πόδια αστέγνωτα. Μάτι ανοιχτό για τον εχθρό. Αχάραγα αρχινάμε την πορεία, και σαν σκοτεινιάσει μόνο σταματάμε, με λιγοστές ανάσες για δυο μπουκιές ψωμί κι ελιές, καμιά φορά τυρί και, αν φιλοτιμηθεί κάνα συντρόφι, αβγά, άλλοτε βρασμένα κι άλλοτε να τα ρουφάμε ωμά, φαγητό να στυλωθούμε μονάχα βράδυ, στα κλεφτά, και όχι πάντα όπως σήμερις. Φορτηγό να μας φορτώσει στέλνουνε καμιά φορά, και τότε, στην καρότσα του χυμένοι, μέσα στην μπόχα από τα ίδια μας τα ρούχα και την ίδια μας τη σάρκα, μες στη σαπίλα που ξερνάει το ίδιο μας το χνότο, θυμάμαι τη νύχτα κείνη τα κασόνια με τις χρυσές τις λίρες π’ αρπάξαμε χειμώνα καιρό απ’ του Λεωνίδα το κελάρι και πήρανε μετά στο Αρχηγείο να ρίξουνε είπαν στον Αγώνα. Τη μυρουδιά τους τη μεταλλική θυμάμαι, μια ταγκή αλλά γλυκερή μυρουδιά σαν έφερα τη γιομάτη από δαύτες χούφτα μου κοντά στο πρόσωπό μου. Και λέω τότε πλάι μου στους άλλους χρυσός, πολύτιμα χαρτιά και τέτοια θα ’χει το κιβώτιο μέσα, όπλα, πυρομαχικά μού λεν αυτοί, δε βλέπεις το βάρος;, δίχως να με κοιτάζουν όμως, κανείς μας δεν κοιτάζει πια τον διπλανό στα μάτια.

Μα άκουσε, σύντροφε Σ., υπάρχει κι άλλο που σκέφτομαι για την αποστολή μας τούτη, κάτι που δεν τ’ ομολόγησα και δε θα τ’ ομολογήσω, μια σκέψη άθλια και βρομερή όπως τ’ αμπέχονά μας, σαν τη σαπίλα που μας κύκλωσε και θα τη σέρνω χρόνια, σκέφτομαι, φίλε μου πιστέ, σ’ το λέω σε σένα που μπιστεύομαι πως δε θα με προδώσεις, σκέφτομαι, φίλε μου καλέ, πως τούτο τ’ ασήκωτο το μουλιασμένο ξύλο είν’ από μέσα αδειανό, κούφιο, στοιχειωμένο, όπως φοβάμαι πως κατήντησα κι εγώ μετά από τόσο κρύο…