Πέμπτη, 14 Απρίλιος 2016 13:41

Το άγγιγμα τς πεταλούδας

Γράφτηκε από την

Μερικά χρόνια πριν, την ήσυχη γειτονιά μας αναστάτωσε μια τραγική είδηση. Ο Ορέστης σκότωσε τη Δέσποινα. Μεθυσμένος, την έσφαξε με το μαχαίρι της κουζίνας. Τον καταδίκασαν σε δεκαπέντε χρόνια φυλάκιση. Τα παιδιά τους ανέλαβαν κάποιοι συγγενείς της Δέσποινας.

Το γεγονός ξεχάστηκε. Πέρασαν δέκα χρόνια. Ο Ορέστης βγήκε νωρίτερα από τη φυλακή. Επέστρεψε στο σπίτι του. Μετά από λίγο καιρό έπιασε δουλειά σε μια εταιρεία. Υδραυλικός. Τον είδαν αλλαγμένο. Τα Σαββατοκύριακα γέμιζε το μικρό παλιό του αυτοκίνητο με σακούλες με ρούχα και τρόφιμα από το σούπερ μάρκετ και τα πήγαινε σ’ ένα ορφανοτροφείο, όπου ήταν εθελοντής. Το καλοκαίρι τον επισκέφτηκαν οι δυο του κόρες. Η γειτονιά έπαθε σοκ. Πώς μπόρεσαν και τον συγχώρεσαν αφού σκότωσε τη μητέρα τους! Από την άλλη, τους άρεσε η αλλαγή του Ορέστη. «Ό,τι έγινε έγινε», έλεγαν. «Στο κάτω κάτω έφαγε τόσα χρόνια στη φυλακή».

Κάποια νύχτα έσπασαν οι σωλήνες στο σπίτι μας. Τι να κάναμε; Η μητέρα μου τηλεφώνησε στον Ορέστη. Αμέσως ήρθε. «Έχεις χρυσά χέρια», του είπε η μητέρα μου, ενώ τον ευχαρίστησε. «Έτσι έλεγε και η Δέσποινα», είπε. Ξαφνιάστηκε η μητέρα μου. Πρώτη φορά εκείνος αναφέρθηκε στη γυναίκα του. Εκείνος συνέχισε: «Ξέρεις, ήμουν δεκαέξι όταν τη γνώρισα. Την είδα και την ερωτεύτηκα αμέσως. Τρία χρόνια ήμασταν αχώριστοι. Ήταν τα καλύτερά μας χρόνια. Μετά παντρευτήκαμε. Γεννήθηκε η πρώτη μας κόρη. Μετά η δεύτερη. Και όταν η δεύτερη κόρη μας έγινε δύο χρονών, η Δέσποινα άλλαξε. Έλεγε ότι πνιγόταν μέσα στους τέσσερις τοίχους. Ήθελε να γυρίσει στο μαγαζί που δούλευε πωλήτρια πριν κάνει τα παιδιά. Ήθελε να βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους.

»Όταν πήγε και η μικρότερή μας κόρη στον παιδικό, η Δέσποινα αποφάσισε αμέσως να επιστρέψει στη δουλειά της. Χαιρόταν πολύ. Αγόρασε και καινούρια ρούχα. Ενώ εγώ... σαν να μπήκε ο διάβολος μέσα μου. Θα έχει κάποιον εκεί, τι άλλο; Η σκέψη αυτή στριφογύριζε στο κεφάλι μου. Της απαγόρεψα να πάει στη δουλειά. Τότε τη χτύπησα για πρώτη φορά. Έπρεπε να είχε καλέσει την αστυνομία. Μπορεί να συνερχόμουν. Αλλά όχι. Με συγχώρεσε. Και εγώ ακόμα χειροτέρεψα. Είχα στο μυαλό μου συνέχεια μια εικόνα. Η Δέσποινά μου στο κρεβάτι μ’ εκείνον. Από τη δουλειά. Ποτέ δεν τον είδα. Ούτε προσπάθησα να μάθω αν υπήρχε στην πραγματικότητα κάποιος. Της έκανα τη ζωή δύσκολη. Ετοίμαζε για μας καλό βραδινό - έλεγα την ενοχή της καλύπτει. Ετοίμαζε κάτι πρόχειρο - έλεγα δεν πρόλαβε, διασκέδαζε μαζί του. Ετοιμαζόταν για τη δουλειά, έβαφε τα χείλη - έλεγα για εκείνον. Καινούριο φόρεμα ήθελε να αγοράσει - πάλι έλεγα για εκείνον. Ενώ η Δέσποινα προσπαθούσε να με ηρεμήσει, εγώ γινόμουν ακόμη πιο έξαλλος. Ώσπου συνέβη το μοιραίο...

»Μετά δικαστήριο. Φυλακή. Το τι έκανα το κατάλαβα μόνο μετά από δύο μήνες, αφού πέρασε το σοκ, όπως είπε ο ψυχολόγος. Και τότε η ζωή μου έγινε κόλαση. Όχι επειδή ήμουν στη φυλακή. Όχι. Αλλά επειδή δεν υπήρχε πια η Δέσποινα. Πόσες φορές γύριζε και ξαναγύριζε στο μυαλό μου εκείνη η τελευταία μέρα. Τις νύχτες δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Προκαλούσα καυγάδες με τους συγκρατούμενους για να με σκοτώσουν. Δεν ήθελα τη ζωή χωρίς τη Δέσποινα. Με θεωρούσαν επικίνδυνο και με είχαν στην απομόνωση. Όταν επέστρεψα στο θάλαμο, δεν μιλούσα σε κανέναν.

»Έτσι πέρασαν μέρες. Στη σιωπή. Όλα άλλαξαν ξαφνικά. Με ένα απαλό άγγιγμα μιας πεταλούδας. Μιας μεγάλης χρυσαφένιας πεταλούδας. Εμφανίστηκε μπροστά μου ένα πρωινό. Στο προαύλιο. Κάνοντας μερικούς κύκλους στο χώρο, πέταξε προς εμένα, ίσα ίσα ακούμπησε το κεφάλι μου, ύστερα κάθισε για λίγο στην παλάμη που ασυναίσθητα άνοιξα και έφυγε.
»Εκείνη τη νύχτα για πρώτη φορά είδα στον ύπνο μου τη Δέσποινα''.

Τελευταία άρθρα από τον/την Άντα Καραγιαννίδου