Κυριακή, 27 Μάρτιος 2016 08:45

Μείνε όπως είσαι

Γράφτηκε από την

Πάχυνε. Ναι, πάχυνε. Μη φανταστείς πολύ, να, πέντ’ έξι κιλά – αλλά γιατί να παχύνει; Κι έχει πάψει εδώ και καιρό να βάφεται, βαριέται, λέει, να ντυθεί, να φτιαχτεί λιγάκι σαν γυναίκα. Γιατί; Γιατί να βαριέται; Και γιατί να παχύνει; Δηλαδή όλοι οι άλλοι πριν από μένα να έχουν φάει το μέλι κι εγώ να τρώω τα σκατά; Τη θυμάσαι, φίλε, πώς ήταν; Τη θυμάσαι; Ε, ξέχασέ το, έγινε άλλη τώρα, δυο τρεις μήνες αφού τα φτιάξαμε. Το καταλαβαίνεις; Δυο τρεις μήνες αφού τα φτιάξαμε! Και της λέω τέρμα –μ’ ακούς ή ψάχνεις αναπτήρα;-, τέρμα λέω, εγώ σε θέλω όπως ήσουν, όπως τόσα χρόνια που σε είχαν οι άλλοι. Την πίεσα, την πίεσα πολύ, μία, δύο, τρεις, την πίεσα ξανά, εντάξει, λέει, θα ξαναγίνει όπως ήταν πριν. Ήδη άρχισε κάπως να σουλουπώνεται… Ναι, αλλά τώρα πιέζομαι εγώ, φίλε – να, πάρε και τασάκι. Δέκα βράδια τώρα που τα συζητήσαμε, μάτι δεν έχω κλείσει, έχω σκάψει σου λέω το κρεβάτι, φυσώ ξεφυσώ... Με το που μπαίνω στο σπίτι, ψάχνω να τη δω, τη φιλώ τάχα μου σαν να μην τρέχει τίποτα, της μιλώ σαν να μην τρέχει τίποτα, τρώω και πίνω και καπνίζω σαν να μην τρέχει τίποτα. Αλλά τρέχει. Τι με κοιτάς έτσι, ρε μαλάκα; Δεν κατάλαβες; Της είπα να κάνει κάτι να φτιαχτεί να τη χαρώ κι εγώ όπως οι πρώην, να νιώσω κι εγώ όπως οι πρώην, να με κοιτάνε οι άλλοι και να με δείχνουν όπως έδειχνα εγώ τους προηγούμενους, αλλά αν γίνει όπως ήταν πριν, θα τη χαρώ εγώ ή οι επόμενοι; Και τώρα; Πώς να μπαλώσω το λάθος μου τώρα; Πώς να το πάρω πίσω, πώς θα βρω ησυχία;… Το στομάχι μου, φίλε, το στομάχι μου, πάρ’ την μπίρα, με πείραξε, πιες την εσύ. Κι αυτό το τσιγάρο, τρέμουλο μου ’φερε. Ν’ ανοίξουμε λίγο την μπαλκονόπορτα, κάνει ζέστη εδώ μέσα… Τι; Τι με κοιτάς έτσι; Τι χαμογελάς, ρε, σαν ηλίθιος; Κάνει ζέστη, ρε, σου λέω, άνοιξε, με χάλασε η μπίρα… Τι, δε με πιστεύεις; Νομίζεις ότι δεν είναι από την… Δε με πιστεύεις…