Πέμπτη, 14 Απρίλιος 2016 08:40

Το καναρίνι πέθανε

Γράφτηκε από την

Ξύπνησα με κακό προαίσθημα. Βουβό το σπίτι. Το καναρίνι! Γιατί δεν τ’ ακούω; Τι έγινε;
Έτρεξα στο σαλόνι κοντά στο κλουβί του. Το βρήκα πεσμένο μπρούμυτα. Το κορμί του άψυχο, στραμμένο προς το παράθυρο, με τα φτερά ανοιχτά. Σαν να ήταν έτοιμο να πετάξει. Να γιατί δεν άκουσα το κελάηδισμα του. Πέθανε!

Κοιτάζω το όμορφο πράσινο - κίτρινο με λεπτές γαλάζιες αντάβιες κορμί του. Κοιτάζω και σκέφτομαι πως αυτή την ώρα, εδώ και πέντε χρόνια, ετοιμαζόταν για το πρωινό, πως έβρεχε το ράμφος του στο νερό και μετά το έτριβε σε όλο του το κορμί, πάνω κάτω, στα φτερά, πως τιναζόταν για να τα στεγνώσει και ύστερα ξανατριβόταν με το ράμφος, σαν να χτενιζόταν. Του άρεσε το νερό. Και κελαηδούσε. Κελαηδούσε ασταμάτητα, όλη μέρα.
Ξαφνικά νύσταξα. Θυμήθηκα ότι δεν ήπια ούτε νερό. Όχι, δεν θα πιω νερό, είπα, καλύτερα να φτιάξω καφέ. Δεν θα πέσω και σε χειμερία νάρκη αν μείνω κι άλλο χωρίς νερό, με τον καφέ ξενυστάζω, όχι με το νερό. Πρέπει, λένε, το πρωί να πίνουμε οπωσδήποτε νερό. Δεν θέλω νερό! Θα φτιάξω καφέ. Ελληνικό. Κάποιοι τον λένε τούρκικο. Πολύς ντόρος για την ταινία Χειμερία Νάρκη του Τούρκου, δεν θυμάμαι πώς τον λένε, σκηνοθέτη. Καλή ήταν. Από τέσσερα αστέρια και ο Δανίκας και ο Κουτσογιαννόπουλος...
Το καημένο το καναρίνι. Τι έπαθε στα καλά καθούμενα και πέθανε; Νιώθω ότι είμαι έτοιμη να πέσω σε μελαγχολία. Μελαγχολία. Μου αρέσει η λέξη αυτή. Είναι όμορφη. Δεν μου αρέσει όμως να πέφτω στην κατάστασή της. Άλλοι πέφτουν με τα μπούνια στον έρωτα. Χάνουν τα μυαλά. Δεν τους ζηλεύω. Δεν μου αρέσει να χάνω τον έλεγχο, το μυαλό, τη διάθεση. Πρέπει να συγκεντρώσω το μυαλό μου και να γράψω εκείνη την άσκηση για το σεμινάριο. Στην αρχή είπα δεν θα γράψω. Αλλά ο δάσκαλος λέει ότι είναι σημαντική η συγκεκριμένη άσκηση. Και τότε είπα ας προσπαθήσω. Χάνω τίποτα; Όχι. Δεν χάνω.
Δεν είναι εύκολο όμως να συγκεντρωθώ. Σκέφτομαι το καναρίνι. Πρέπει κάτι να κάνω και με το άψυχο κορμί του. Τώρα που το βλέπω, θυμήθηκα ότι τελευταία ήταν περίεργη η συμπεριφορά του. Εκεί που κελαηδούσε χαρούμενα, σταματούσε απότομα, γύριζε προς το παράθυρο κι ύστερα συνέχιζε το τραγούδι του με κάτι νοσταλγικές τρίλιες. Κάποτε διάβασα ένα βιβλίο για τις ψυχικές δυνάμεις των ζώων. Και λέω εγώ τώρα, αν πράγματι τα πουλιά έχουν ψυχή, τότε το καναρίνι μου ίσως έπεσε σε μελαγχολία. Κοιτώντας προς το παράθυρο, ίσως να φανταζόταν τα Κανάρια νησιά, ίσως νοσταλγούσε την ελεύθερη ζωή μαζί με τα άλλα τα πουλιά κι ας μην είχε ζήσει ποτέ εκεί. Ίσως να την είχε κληρονομήσει αυτή τη νοσταλγία για την πατρίδα του, όπως κληρονόμησε τα χρώματά της: το πράσινο των δέντρων και το κίτρινο του καυτού ήλιου και το γαλάζιο της θάλασσας. Είναι πανέμορφα τα καναρίνια και με μεγάλο ταλέντο στο τραγούδι. Το πλήρωσαν πολύ ακριβά αυτό. Κάποτε ήρθαν στην πατρίδα τους άνθρωποι. Τους άρεσαν τα πουλιά. Τα κυνήγησαν. Αντιστάθηκαν, όσο μπόρεσαν, οι πρόγονοί τους, αλλά δεν τα κατάφεραν. Τα ανάγκασαν να ζουν εξόριστοι, μακριά από την πατρίδα τους. Διασκορπισμένοι σήμερα σε όλον τον πλανήτη, ζουν στα κλουβιά και είναι για τους ανθρώπους κάτι σαν διακοσμητικά αξεσουάρ στα σαλόνια τους.
Κοίταξα ακόμη μια φορά το άψυχο καναρίνι. Το έβαλα σ’ ένα κουτί, βγήκα έξω και το έθαψα στον κήπο. Γύρισα σπίτι. Ήπια μια γουλιά καφέ και είπα να γράψω εκείνη την άσκηση.

 

Τελευταία άρθρα από τον/την Άντα Καραγιαννίδου