Τρίτη, 29 Μάρτιος 2016 20:35

Οι Στόγιαν

Γράφτηκε από τον

“Δεν είναι τώρα το αλτσχάιμερ, πάντα ήταν! Πάντα δεν θυμόταν!”

Πάντα δεν θυμόταν! Άκου τί είπε η αγράμματη! Ποτέ δεν θυμόταν, καλή μου, ποτέ δεν θυμόταν είναι το σωστό! Αλλά δεν μπορώ να στο τρίψω στην φτιασιδωμένη φατσάρα σου γιατί μου πληρώνεις το μισθό. Έμμεσα, εμμέσως, αλλά ναι, μου τον πληρώνεις. Κι' όσο για τον πατεράκο σου μη φοβάσαι τίποτε, όσα κιλά αλτσχάιμερ κι΄αν κουβαλάει στο φαλακρό του κεφάλι, κυρία Τσάνου μου! Μου κοιτάζει τον κώλο. Τον κώλο μου κοιτάζει όποτε μπορεί κι΄όποτε του λάχει! Ο κώλος μου τον κρατάει στη ζωή κι΄άσε τον γιατρό να του ρυθμίζει τα μιλιγκράμ της δόσης στο λίγο πριν το υπερπέραν. Γιατί στο υπερδώθε ο κώλος μου τυλιγμένος στην κατάλευκη ποδιά μέσα, ο κώλος μου, που τον μισείς κρατάει στην ζωή τον πατεράκο σου που αγαπάς!

 

“Περάστε, κυρία Παπαδημητρίου. Σωτηρίου, το τριάντα εννέα χτύπησε, τρέχα!” Τρέχα Σωτηρίου με τον πλακέ κώλο, τρέχα στην ασθενή, Σωτηρίου, γιατί αν χτυπήσει άλλη μια φορά το κουδούνι θα της το χώσω στον δικό της ξεπουπουλιασμένο κώλο! “Κυρία Σταύρου! εδώ, κυρία Σταύρου, με τον φάκελο αυτόν πάτε στο 11 για την εξέταση.”

Καλό είναι το αλτσχάιμερ. Η καλύτερη αρρώστεια. Ξεμπερδεύεις κι΄από καλό κι΄από κακό και ξεκινάς απ΄την αρχή. Κι ορισμένοι τόχουν σ΄όλη τους τη ζωή και δεν το ξέρουν. “Ναι, γιατρέ μου, το ξέρω, το άκουσα, πήγε η Σωτηρίου” με τον ανύπαρκτο κώλο... Δεν το ξέρουν πως έχουν αλτσχάιμερ. Και περνάς μια ζωή στον δικό τους κόσμο σαν να έχεις κι΄εσύ τη δόση σου. Οι γονείς μου. Οι γονείς μου ονοματίζουν όλα τους τα αρσενικά σκυλιά Στόγιαν. Και μάλιστα πριν προλάβει να ψοφήσει κάποιο απ΄όλα ονοματίζουν το επόμενο. “Άστο εδώ Σωτηρίου παιδί μου, θα το δω μετά καλό μου κορίτσι.” Βγαίνει ο πατέρας στην πόρτα και φωνάζει “Στόγιαν!” και εμφανίζονται τρεις, άλλοτε τέσσερεις, μετά δύο κόπροι με τις γλώσσες έξω και τον κοιτάνε στα μάτια.

Όπως ο πατέρας της Τσάνου κοιτάζει τον κώλο μου. Ο πατέρας λέει πως το κάνει προς τιμήν κάποιου ήρωα Γιουγκοσλάβου αντάρτη και η μάνα μου λέει πως αν είχαν τα σκυλιά διαφορετικά ονόματα, ε, άει στο διάολο κυρία Τσάνου μου, σταμάτα να κουδουνάς! δε θα τα θυμόταν! Ο πατέρας μου δεν θα θυμόταν τα σκυλιά! Και ο πορνόγερος με τα τρεχάμενα σάλια που κρατιέται απ΄ τη ζωή γατζωμένος απ΄τον κώλο μου και κείνος δεν θυμάται και μ΄ανατριχιάζει αυτός, ο κακομοίρης, ο πατεράκος της Τσάνου. Λέω, άμα τύχει, άμα τύχει ποτέ και ο πατέρας μου χειροτερέψει και τον φέρουμε εδώ μέσα, μπορεί και κείνος να μου κοιτάζει τον κώλο;