Σάββατο, 14 Μάιος 2016 08:05

Ταινίες περασμένης ζωής

Γράφτηκε από την

Διάλεξε εμένα για να μεταφέρω το μήνυμά του. Εμένα που παρατηρώ το δέντρο να μεγαλώνει μόνο στην αυλή. Και δεν μπορώ να θυμηθώ παρά μόνο μία ταινία που να έχουμε δει παρέα. Και τώρα έρχεται και μου λέει πως βλέπει διαρκώς την δικιά μας ταινία. Δέκα χρόνια. Πως κανείς δεν τον θυμάμαι ολόκληρο. Πως όλοι τον κομματιάσαμε. Πως κρατήσαμε μόνο αυτά που μας βόλεψαν. Αυτά που μύριζαν κάτι από ευτυχία.

Γιατί να είναι κόλαση; Γιατί να μην είναι παράδεισος οι αναμνήσεις των πιο αγαπημένων. Γιατί να μην προκαλεί μόνο σε εμάς θλίψη, που είμαστε εδώ και θυμόμαστε. Άλλα να προκαλεί και σε αυτόν που είναι εκεί και δεν υπάρχει.
Υπήρξε όμως το απόγευμα μπροστά μου. Λέγοντας να βρούμε νέες αναμνήσεις γιατί βαρέθηκε αυτές που βλέπει. Λες και είναι εύκολο ήδη , λες και δεν έχουμε προσπαθήσει να θυμηθούμε κάτι ακόμα. Ή μήπως μ’ αρέσει έμενα εκείνο το συνεχόμενο ριπίτ που δεν σε αφήνει τίποτα να καταλάβεις , που συνεχίζει να σε τρώει , που ποτέ δεν έδωσε καμία απάντηση παρά μόνο λυγμούς.
Είμαι τριών και πάμε βόλτα με το αυτοκίνητο, είμαι πέντε και είναι χριστούγεννα, είναι δέκα και πήρα τον πρώτο μου έλεγχο. Είμαι τριών , είμαι πέντε, είμαι δέκα, είμαι τριών, είμαι πέντε, είμαι δέκα. Στοπ, επανάληψη, στοπ.
Πάντα μ ’αφήνουν με ένα κενό πίσω στην πλάτη. Μακάρι να ήξερα την αρίθμηση του σπονδύλου, να μπορούσα σε ένα αποστειρωμένο χειρουργείο να τον γεμίσω να μην νιώθω το κενό. Να διαγράψω το μοβ , το κίτρινο και τα χώματα.
Να δει και αυτός κάτι άλλο, να μην βασανίζεται. Να μου το δείξει μετά και έμενα να βρω απαντήσεις. Που μέχρι και τώρα ήρθε για να μεταφέρει το δικό μου άγχος της ολοκληρωτικής κατανόησης, του φόβου της παρερμηνείας.
Το ζήτησε με μια ευγένεια που δεν είχα ξαναδεί. Σαν να’ ναι ηλιαχτίδα και ‘γώ σύννεφο που κλείνω το δρόμο για μια δροσοσταλίδα που ερωτεύτηκε. Απαλά , μου ζήτησε να θυμηθούμε κάτι ακόμα, για να ζήσει κάτι άλλο.
Λες και είμαι δυνατή αρκετά για να θυμάμαι, αυτά που ήδη θυμάμαι. Λες και χωράνε και άλλα. Λες και είμαι υπεύθυνη της μνήμης του. Άντι να ζητήσει να πάψουμε να θυμόμαστε. Να τον απελευθερώσουμε. Όμως νομίζω πως φοβάται να πεθάνει.
Ζήτησε όμως να μην τα μάθω εγώ όλα, να διατηρήσουμε κάπως τους ρόλους. Ήθελε μόνο να ζητήσω από τους άλλους –τους υπόλοιπους- να θυμηθούν κάτι ακόμα.
Ήθελα να ζητήσω ένα κυριακάτικο μεσημέρι για φαγητό , αφού δεν θα χορέψουμε ποτέ παρέα. Κι όμως ούτε τσιγάρο είχε να μου δώσει.

Όταν πέθανα δεν είναι σωστό μα σκεφτόμουν μόνο τον άντρα μου. Θέλω να πιστεύω πως συνέβη γιατί δεν είδα τίποτα με το ματωμένο του πρόσωπο στο διπλανό κάθισμα. Έτσι όταν με ρωτήσαν ποιανού την ανάμνηση θέλω να βλέπω τον διάλεξα.
Ίσως να μην είναι τόσο κακό, αφού παιδία δεν είχα και οι γονείς μου είχαν πεθάνει πριν από εμένα. Δεν ξέρω άλλωστε αν ο σκύλος μου μπορεί και θυμάται- με τρόπο τουλάχιστον που να μπορώ να καταλαβαίνω. Δεν πίστευα ότι αγαπώ τους φίλους περισσότερο από εκείνον.
Ούτε μια μέρα δεν με ξέχασε. Υπάρχουν άλλοι εδώ που οι γραμμές τους σβήνουν και δεν τους καλούν ποτέ στην αίθουσα προβολής. Εγώ όμως σχεδόν δεν προλάβαινα να προαυλίζομαι τον πρώτο καιρό. Τα τελευταία τρία χρόνια , έχει σταθερό πρόγραμμα. Λίγο το πρωί , το βράδυ μισή ώρα πριν τον ύπνο- ούτε ένα βράδυ δεν με ξέχασε δέκα χρόνια ,τώρα- και τις συννεφιασμένες Κυριακές άτακτα. Όμως παρατήρησα ότι δεν βλέπει πια τις ερωτικές μας σκηνές. Αυτό εδώ και πέντε χρόνια. Συχνά θυμάται εκείνη την Τετάρτη στην Σκιάθο που με πήρε ο ύπνος στην παραλία και με πέταξε στην θάλασσα για να ξυπνήσω. Νομίζω πως η αγαπημένη του ήταν στα πρώτα γενέθλια που περάσαμε μαζί ή ίσως εκείνη που διαβάζαμε παρέα Τζόυς μέχρι το χάραμα. Ή έστω αυτές βλέπει συχνότερα.
Έτσι πίστευα πως τίποτα δεν έχει αλλάξει. Σκέψη ατυχής γιατί μόνο εδώ μένουν όλα ίδια. Εκεί όλα μπορούν να αλλάξουν. Έτσι προσπαθούσα χρόνια να μαζέψω μεροκάματα, με σκοπό να τα ανταλλάξω για μια ώρα εκεί.
Πήγα. Όλα είχαν αλλάξει. Πώς να το περιμένω; Θα έπρεπε κάπως να με είχε ενημερώσει. Δεν έμενε πλέον στο σπίτι μας, άλλα δεν δυσκολεύτηκα να τον βρω. Βέβαια στην αρχή νόμιζα ότι είχα κάνει λάθος, γιατί στο σπίτι που μου υποδείξανε κατοικούσε οικογένεια. Βεβαίως και δεν γινόταν να έχει γίνει κάποιο λάθος- πέρα από την δικιά μου πεποίθηση ότι θα τα βρω όλα όπως τα άφησα.
Τον περίμενα έξω από το σπίτι- μια διώροφη μονοκατοικία πατρικό της γυναίκας τους. Ακόμα και όταν ήρθε , αρνήθηκα να μπω μέσα- όχι από κάποιο εγωιστικό πείσμα- , αλλά να ο γιός του – μόλις 3 ετών- είχε γεννηθεί αφού πέθανα και δεν ήθελα να συναντήσω τίποτα καινούριο.
Στο λίγο που μιλήσαμε έμαθα πως την καινούρια γυναίκα την γνωρίζει εδώ και εφτά χρόνια- τα έξι είναι ζευγάρι. Πως ήθελε να κάνει οικογένεια λόγο του θανάτου μου. Μετά το πρώτο σοκ ονειρευόταν συνεχώς να γίνει γονιός. Δικά μου νέα δεν είχα να πω.
Από αυτή την βόλτα κατάλαβα μόνο ένα κατάλαβα. Οι υπάρχουμε επειδή πράττουμε, αφού σκεφτόμαστε και μετά θάνατον.