Δευτέρα, 11 Απρίλιος 2016 11:11

Νέκυια

Γράφτηκε από τον

Βρέθηκα να περπατώ με αργό βήμα σε μια μεγάλη σκούρα αμμουδιά, για ώρες, μπορεί και μέρες ίσως χρόνια, αιώνες. Να περπατώ χωρίς να ξέρω που πηγαίνω. Έτσι, χωρίς να κουράζομαι. Έτσι, χωρίς να ιδρώνω. Έτσι, χωρίς να αγωνιώ για τον προορισμό. Γυμνός, σ’ ένα τόπο χωρίς αέρα, χωρίς ήχους, ήλιο, φεγγάρι. Μ’ ένα πράσινο φως να ‘ρχεται απ’ το πουθενά και να απλώνεται στο όλα. Είχα πεθάνει εκείνη την τραγική νύχτα όμως δε με απασχολούσε. Αν ένιωθα θα υπέθετα πως μπορεί να είμαι και γαλήνιος. Και απλώς περπατώ μόνος σ’ ένα άγνωστο κόσμο, χωρίς πνοή, χωρίς ζωή. Θυμόμουν τη ζωή που έζησα, τις ηδονές και τις θλίψεις, ένα κουβάρι τυλιγμένο και πλέον πεταμένο σε μια άκρη, ανασύρονται στο μυαλό μου σαν τη ζωή όμως ενός άλλου, ενός ξένου. Και συνεχίζω να περπατώ στο άγνωστο, βουβό και άτολμο τοπίο γνωρίζοντας καλά πλέον πως δεν θα συναντήσω κανέναν άλλον. Περπατώ δίχως οι αναμνήσεις να γενούν σκέψεις και αυτές συναισθήματα, χωρίς να μπορώ να νιώσω ούτε οργή ούτε λύπη για την απιστία της και την μετέπειτα αυτοχειρία μου εκείνη τη νύχτα. Απλώς περπατώ. Χωρίς να με ενδιαφέρει αν θα τη συναντήσω στον καινούργιο μου κόσμο γιατί δεν θέλω να της πω τίποτε, ούτε καν να τη ρωτήσω γιατί. Δε με νοιάζει άλλωστε η ζωή ενός άλλου. Έτσι περπατώ και περπατώ γιατί αν σταματήσω και σταθώ στη μέση του πουθενά, ίσως οι μνήμες να φέρουν σκέψεις και αυτές με τη σειρά τους πόνο και θλίψη. Καλύτερα λοιπόν να περπατώ, ούτως ή άλλως αυτό αποφάσισα πως θέλω να κάνω εκείνο το βράδυ…