Παρασκευή, 08 Απρίλιος 2016 13:21

Πάντα την ίδια ώρα

Γράφτηκε από την

Μυρίζει καφές ελληνικός. Δεν αντιστέκομαι. Δε μπορώ. Προχωρώ μυρίζοντας τον αέρα, ακλουθώντας το άρωμα σχεδόν υπνωτισμένη. Μυρωδιά οικεία, γνώριμη και τόσο αναγκαία. Προχωρώ αργά, δεν προσέχω που πάω. Μόνη αίσθηση που δουλεύει η όσφρηση. Δε βλέπω, δεν ακούω. Κι όσο προχωρώ σκοτάδι κι απόλυτη ησυχία.

 

Καιρό τώρα, έτσι από το πουθενά, σκέφτομαι συνέχεια τον παππού μου. Όχι αυτόν που δε γνώρισα. Εκείνος έφυγε όταν ήμουν ακόμα μωρό. Τον άλλο. Τον πατέρα του πατέρα μου. Έχει δυο δεκαετίες που έφυγε κι αυτός. Δεν ξέρω γιατί αλλά τελευταία έρχεται συνέχεια στο μυαλό μου. Και στις κουβέντες και στις κινήσεις. Τον έζησα δεκαέξι ολόκληρα καλοκαίρια και πόσες ακόμα Πασχαλιές. Η καρέκλα του πάντα εκεί. Στην ίδια θέση. Και πάντα ανάποδα. Να στηρίζει τα χέρια ήθελε όχι την πλάτη. Η ίδια γκρι ζακέτα. Το καπέλο του, η μαγκούρα κάθε φορά που έφευγε. Σκέφτομαι ακόμα και τη μασέλα του που έβγαζε για να καθαρίσει μετά το φαγητό. Και το ποτηράκι που την άφηνε κατά το μεσημεριανό του ύπνο κι έπειτα τη νύχτα. Τη συνήθειά του να πίνει καφέ στις τέσσερις το απόγευμα. Όχι τέσσερις και πέντε! Στις τέσσερις. Και πάντα παράγγελνε δυο καφέδες στη γιαγιά μου. «Φτιάξε και στο Βαγγελάκι έναν». Κι εγώ ήμουν πάντα εκεί , να περιμένω να ξυπνήσει ο παππούς να πιούμε το καφεδάκι. Ελληνικός πάντα. Στα άσπρα φλιτζανάκια. Και για μια ώρα ήμασταν μόνο ο παππούς, εγώ και ο καφές. Κι οι ιστορίες. Κι οι μονοκοντυλιές. Κάθε απόγευμα στις τέσσερις ήταν λε και σταματούσε ο χρόνος.

Τόση ησυχία γύρω μου. Δε φοβάμαι όμως. Τόσο σκοτάδι, τίποτα δεν κινείται κι όμως δε φοβάμαι. Πηγαίνω κάπου γνώριμα. Έτσι νιώθω. Όπως όταν πάει κάποιος επίσκεψη σε αγαπημένους ανθρώπους με αδημονία και χαρά. Η μυρωδιά του καφέ πάντα εκεί. Κι εγώ να λαχταρώ να τον γευτώ. Μέχρι που άκουσα τη φωνή του. «Φτιάξε και στο Βαγγελάκι έναν». Έμεινα εκεί μια ώρα. Μόνο εγώ, ο παππούς και ο καφές. Στα άσπρα φλιτζανάκια. Δεν είχε ιστορίες, ούτε μονοκοντυλιές. Τόση ηρεμία. Ο χρόνος δεν υπάρχει ούτε τώρα. Νιώθω τόσο χαλαρή. Περνά η ώρα. Ξεκινώ τη διαδρομή μου πάλι πίσω. Δεν υπάρχει τίποτα να με οδηγεί. Οι αισθήσεις δουλεύουν κανονικά. Αγγίζω, ακούω, μισοβλέπω. Μια πόρτα που ανοίγει. Βρίσκομαι σπίτι. Ο καφές φουσκώνει στο μπρίκι. Γεμίζω το φλιτζάνι και κάθομαι.

Είναι τέσσερις ακριβώς!

Τελευταία άρθρα από τον/την Εύη Τσούτσουρα