Τρίτη, 05 Απρίλιος 2016 07:15

Σιωπή

Γράφτηκε από την

Βλέμμα μπροστά. Βλέμμα κοντά, μακριά, πέρα, πιο πέρα. Βλέμμα γύρω, τριγύρω. Είμαι σε μια γκρίζα αυλή οχυρού. Δεν πρέπει να είμαι εδώ πολύ καιρό.
Βλέμμα κάτω. Στα πόδια μου βρίσκονται πλατανόφυλλα σωρός. Δεν έχουν χρώμα. Δεν διακρίνω το σώμα μου καθαρά, μοιάζει με περίγραμμα. Βλέμμα πάνω. Κλειδιά περίτεχνα σκαλισμένα, προορισμένα ν’ ανοίγουν πόρτες βαριές, κρέμονται από γυμνά δέντρα.

Βλέμμα μπροστά. Βλέπω τις πόρτες του οχυρού απόρθητες, χωρίς κλειδαριές. Πίσω τους είναι η τάφρος. Τα τείχη του φαίνεται ν’ αντέχουν τις έξωθεν επιθέσεις· και τις έσωθεν. Κανείς δεν μπαίνει, κανείς δεν βγαίνει. Κανένας ήχος, καμιά ανθρώπινη παρουσία. Μια σιωπή κοφτερή. Μόνο ένα θρόισμα ακούγεται μέσα απ’ το σωρό των φύλλων. Βλέμμα κάτω. «Δεν μπορείς να ξεφύγεις». Ο ψίθυρος μοιάζει με σφύριγμα φιδιού. Βλέμμα αριστερά, δεξιά. Μια σκιά γλιστρά πίσω μου, μόνη παρουσία. Η ανάσα της περιστρέφεται γύρω μου και με τυλίγει. «Δεν μπορείς να ξεφύγεις». Αυτόν τον ψίθυρο ακούω μόνο.
Έρχεται το σκοτάδι. Βλέμμα κανένα. «Δεν μπορείς να ξεφύγεις», ακούω που και που τη σκιά. Βήμα μπροστά. Απλώνω το χέρι κι αγγίζω τις πύλες του οχυρού. Γίνονται διάφανες σαν γυαλί. Βλέμμα ευθεία. Τώρα μπορώ να δω έξω απ’ το οχυρό, πέρα από την τάφρο. Βλέπω ανθρώπους που πηγαινοέρχονται άχρωμοι, θολοί, γριές σκυφτές, αγόρια και κορίτσια που γελούν. Ο ήχος δεν φτάνει στ’ αυτιά μου, μόνο ο ψίθυρος: «Δεν μπορείς να ξεφύγεις».
Βλέμματα κοντά, μακριά, πέρα, πιο πέρα. Κανείς δεν κοιτά προς το μέρος μου. «Δεν μπορείς να ξεφύγεις».
Βλέμμα μπροστά. Το γυαλί χύνεται κομμάτια. Οι πύλες σωριάζονται στα πόδια μου σαν το σωρό των φύλλων. Ο ψίθυρος σταματά.
Διασχίζω τη γέφυρα πάνω από την τάφρο κι ανακατεύομαι με το πλήθος. Περπατώ με βήματα δειλά ανάμεσα σε ανάσες, ανάμεσα σε ανθρώπους σκιές, σκιά κι εγώ. Βλέμμα γύρω, τριγύρω. Κανείς δεν με κοιτά. Βλέμματα μπροστά, κοντά, μακριά. Κανείς δεν με κοιτά. Βγάζω τις τιράντες και το ρούχο μου πέφτει πέπλο στους αστραγάλους. Μένω γυμνή στη μέση του δρόμου. Βλέμματα πάνω μου. Άνθρωποι με πλησιάζουν, με αγγίζουν, με χαϊδεύουν στοργικά. «Είμαι νεκρή», σκέφτομαι με τα μάτια κλειστά και σωριάζομαι στα γόνατα. Δάκρυα κυλούν μα δεν τα νιώθω. «Δεν μπορείς να ξεφύγεις», θυμάμαι τον ψίθυρο. Ανοίγω τα μάτια μου αργά. Βλέμμα σε μένα. Βλέμμα αριστερά, δεξιά, γύρω, τριγύρω. «Είμαι νεκρή», λέω. Βλέμμα πίσω. Το οχυρό έχει εξαφανιστεί. Μια σιωπή κοφτερή.