Τρίτη, 05 Απρίλιος 2016 07:14

Απ΄του Αργύρη;

Γράφτηκε από τον

Ας έφευγε τώρα. Ας γέμιζε ο τόπος καπνούς κι΄ας χανόταν επιτέλους το κόκκινο φως εκεί που συναντιόνταν οι δυό μεταλλικές γραμμές. Ας μη χτύπαγε κάποιο τηλέφωνο να αναγγείλει πως δεν θα γίνει τελικά. Θάταν μειωμένη η χαρά μας από το να τους δούμε να γυρνούν χτυπημένοι, ακρωτηριασμένοι ή να μη γυρνούν καθόλου, θα μας στερούνταν η γοητεία του βαθέως πένθους.
Ας έφευγε τώρα, σκέφτηκα, γιατί τον έβλεπα ακόμα ζωντανό κι΄από τώρα νεκρό κι΄ας μην τόξερε ο ίδιος, ας μην τόνιωθε πως, πάνω κει αυτός και κάτω δώ εγώ μ΄αυτήν την πνιχτή αναμονή τριγύρω, ήταν ακατανόητος, πράγμα κατανοητό μόνο σ΄όσους έχει τύχει να περιμένουν να τελειώσει μια τέτοια αγωνία.

Ξεντύθηκα βιαστικά, πέταξα το σακάκι στον τοίχο, τρία τέταρτα αφ΄ότου χάθηκε απ΄τα μάτια μου το τρένο, κλώτσησα το παντελόνι χτύπησε η αγκράφα στο τραπέζι, άνοιξα το λευκό πουκάμισο κι΄απόρησα με το που είχα φορέσει γραβάτα σε μια τέτοια ώρα μέσα. Άνοιξα τα παντζούρια. Τα ξανάκλεισα κι΄έμεινα πίσω κει μια να στηρίζω το βλέμμα στις σκοτεινές γρίλιες και μια να το αφήνω να τυφλώνεται στις φωτεινές. Έγλειψα τα στεγνά μου χείλη μήπως και βρω λίγο απ΄την γεύση του τελευταίου φιλιού πίσω απ την μισάνοιχτη πόρτα.
Δυό ώρες.
Τρείς ώρες, τέσσερεις.
Στο μέτωπο πλέον.
Ύστερα κοιμήθηκα.
Όταν μια μέρα σηκώθηκα, πήγα κατευθείαν στην πόρτα και την άνοιξα δίχως νάχω ακούσει χτύπημα πάνω της ή σούρσιμο ποδιών πίσω της.
“Μέριασε”, μούκανε νόημα και κατάλαβα πως η κουβέντα είχε ειπωθεί για να μη νιώσω το φευγιό του. Μα δεν τόξερε. Δεν τόξερε ούτε και ο ίδιος πως δεν χρειαζόταν τον αέρα πιά κι΄ούτε το νερό κι΄ούτε φαί.
“Κάθησε” τούπα κι΄ας καθόταν ήδη. Κατέβασα απ΄το ράφι δυό ποτήρια κι΄έβαλα τον οίνο ανάμεσά μας.
“Σου λείπω;” με ρώτησε και θέλησα να δω ένα δάκρυ στο μάγουλό του.
“Πεθαίνω” είπα.
Έφερε το ποτήρι στο στόμα. “Απ του Αργύρη είναι;”
“Απ του Αργύρη.”
“Πες του να μας κρατήσει”.
Ακούμπησα το άδειο μου ποτήρι πλάι στο γεμάτο δικό του.
“Ο Αργύρης είναι στον πόλεμο” αποκρίθηκα κι έσκυψα μήπως και δω τις όρθιες χαρακιές ανάμεσα στα φρύδια του.
Με κοίταξε καταπρόσωπα: “Ο πόλεμος” είπε. “Κι΄άμα σκοτωθεί ο Αργύρης; Ποιός θα τρυγάει τ΄αμπέλια του;”
Ένας αέρας ακούστηκε.
“Θα τα κάψει το κρύο” του 'πα.
Έφερε μια βόλτα το κρασί στο ποτήρι του κοιτάζοντάς το και “Κρίμα” είπε “Κρίμα, τόσων χρόνων κλήματα...”
Σηκώθηκα και πήγα στο παντζούρι και στήλωσα το βλέμα μου στο έξω σκοτάδι.
“Θα πλαγιάσεις;” ρώτησα.
“Θα πλαγιάσω” είπε και σηκώθηκε, κι΄ως έκανε ναρθεί στο κέντρο στο δωμάτιο αρχίνισε το φως να τον θολώνει ώσπου τον έσβησε τελείως. Άνοιξα την εξώθυρα κι΄άδειασα το ποτήρι του στο φωτισμένο χώμα.
“Πόσο σ΄αγάπησα” είπα σιγανά.
Και τότε μόνον ήρθε το πένθος και γλύκανε την πέτρα μέσα μου κι΄ανάσανα ξανά.