Τρίτη, 14 Ιούνιος 2016 07:33

Ήταν κάποτε

Γράφτηκε από την

Κοίταξε τους, αγαπιούνται.
Κάθε φορά που το λες αυτό είναι σαν μου λες ότι δεν σ’ αγαπάω. Σαν κρυφοκοιτάς από μια κλειδαρότρυπα την ζωή κάποιων άλλων που εμείς δεν θα έχουμε πότε.
Όταν λέω αγαπιούνται, το κάνω γιατί τους νιώθω. Κοίταξε βλέπεις που είναι σαν να έχουν ένα Κόσμο που δεν χωράει τίποτα άλλο εκεί.

Όχι το λες γιατί εσύ θες έναν τέτοιο Κόσμο. Δεν μπορείς να μιλάς για ανθρώπους που δεν ξέρεις.
Τότε πως λένε για ένα ζευγάρι ότι φαίνεται ευτυχισμένο;
Το λένε γιατί κάθονται στα πεζούλια , τους χτυπά ο ήλιος , μυρίζουν τα σύκα που ξεραίνονται και πρέπει κάτι να πουν.
Εγώ σου λέω πως όταν υπάρχει αγάπη φαίνεται, δες πως βάζει τα ποτήρια στον δίσκο ενώ την κοιτά.
Δεν ξέρεις τίποτα. Πρώτα απ’ όλα δεν είναι ζευγάρι.
Και τα παιδία;
Ήταν, χώρισαν μετά τον χαμό τους.
Αφού αυτή τα σκότωσε.
Είδες αν δεν ξέρεις μην μιλάς. Παρακάλα να είναι αυτά τα δικά μας ποτά.
Θα μου πεις τώρα ή δεν θα μου πεις ;
Το κουτσομπολιό δεν κάνει καλό με τόση ζέστη.
Στην υγεία σας, είπε η γυναίκα.
Ευχαριστούμε.
Τα πληρώθηκες; ρώτησε ο άντρας.
Ναι, τα ρέστα κράτα τα, του απάντησε η γυναίκα.
Όσο βράδιαζε θαλασσινό αλάτι κολλούσε στις γλώσσες σε κάθε εισπνοή. Στα σπίτια οι μπαλκονόπορτες έμενα πάντοτε ανοιχτά τα καλοκαίρια. Τις μεσημεριανές ώρες οι γυναίκες τοποθετούσαν πήλινες γλάστρες με νερό στα παράθυρα. Οι τοίχοι ήταν βαριοί και τα δωμάτια σκοτεινά. Ο Άντρας και η Γυναίκα ίδρωναν πάντοτε στον μεσημεριανό τους ύπνο. Ξαπλωμένοι γυμνοί στο παλιό σιδερένιο κρεββάτι κάτω από το βαρύ αρχοντικό κεντητό.
Χρησιμοποιούσαν ,πλέον, δύο μόνο δωμάτια. Τα υπόλοιπα ήταν κλειδαμπαρωμένα , με τα έπιπλά τους σκεπασμένα με σεντόνια σαν σαβανωμένα. Το καφενείο τους ήταν μεγαλύτερο από το σπίτι.
Άτακτα, χωρίς καθορισμένες ημερομηνίες, γυναικείες ηδονές λεηλατούσαν την ησυχία του σπιτιού. Οι εραστές πάντοτε νεότεροι, σχεδόν πάντα αμάθευτοι, η Γυναίκα η πιο ποθητή της νομαρχίας. Ο Άντρας στο καφενείο, γεμάτος κατανόηση, με δέρμα ζαρωμένο, πλαδαρό πάνω στο γεμάτο κόκαλα σώμα του.
Μαζί με αυτά θα μπορείς να ράψεις καινούριο φόρεμα, ανακοίνωσε ο Άντρας.
Δεν μου χρειάζεται, αυτά που έχω αρκούν, παραπονέθηκε η Γυναίκα.
Ο Άντρας άπλωσε το χέρι του πάνω από τον πάγκο, έπιασε τις άκρες από τα μακριά μαύρα μαλλιά της. Η γυναίκα χαμογέλασε, φίλησε το χέρι του.
Συγγνώμη που αποτύχαμε, ψιθύρισε ο άντρας.