Παρασκευή, 27 Μάιος 2016 07:19

Ψυχές απέναντι

Γράφτηκε από την

Βλέπω στην οθόνη το δωμάτιο, όπως όλα ντυμένο με λευκό υλικό, μαλακό σα μαξιλάρι παντού: στο πάτωμα, τους τοίχους, την οροφή. Το μόνο σκούρο σημείο το τζάμι-καθρέφτης στη μια πλευρά. Ένας άνδρας. Ο ήχος από την κάμερα ασφαλείας στέλνει στα αυτιά μου το συνεχές μουρμουρητό του, που άλλοτε γίνεται ουρλιαχτό, άλλοτε κλάμα. Άλλοτε πάλι συνοδεύεται από χτυπήματα στους τοίχους κι άλλοτε από διπλωμένους σπασμούς στη μια από τις τέσσερις γωνίες, αυτή απέναντι από το τζάμι. Εικόνα ίδια συνέχεια. Βλέμμα χαμένο στο κενό, μονολογεί και χτυπιέται, κλαίει, ψιθυρίζει, φωνάζει, βρίζει και καταριέται...

Πίσω από το τζάμι υπάρχει κίνηση. Ίδιο δωμάτιο. Νέος τρόφιμος. Μια γυναίκα. Ψηλή, αγέρωχη, σκληρή. Την παρακολουθώ από την οθόνη. Στρέφει γύρω το βλέμμα, περιεργάζεται τους τοίχους με τα μάτια της και σταματά το κοίταγμά της στο τζάμι. Δεν υπάρχει καθρέφτης. Υπάρχει φως και από την άλλη πλευρά. Βλέπει τον άνδρα απέναντι, μαζεμένο στη γωνία...Μοιάζει να την κοιτάει...Αυτή δεν αντιδρά. Ξέρει...Δείχνει αδιάφορη. Στέκει και τον παρατηρεί.
Η διατριβή μου βασίζεται στο πείραμα αυτό. Κρατώ συνεχώς σημειώσεις. Κάθε μέρα. Καμιά αλλαγή. Κανείς τους. Εκείνος μουρμουρητό, ουρλιαχτά, κλάματα, βρισιές και κατάρες. Εκείνη παρακολουθεί. Αντίδραση καμιά. Σκληρή, άκαμπτη. Οι μέρες κυλούν. Οι σημειώσεις μου επαναλαμβάνονται. Όχι σήμερα. Κάτι διαφορετικό συμβαίνει. Παρακολουθώ την οθόνη.
Η γυναίκα για πρώτη φορά έχει πλησιάσει το τζάμι. Κοιτάζει το φωτισμένο δωμάτιο, τον άνδρα μαζεμένο στην απέναντι γωνία με το βλέμμα του καρφωμένο προς το μέρος της. Κοιτάζει λες μέσα στα μάτια της. Το πρόσωπό της δείχνει καταβεβλημένο. Παρακολουθεί το ρυθμικό χτύπημα της πλάτης του στη γωνία. Εκείνος συνεχίζει να την κοιτάζει κι ας μην την βλέπει.
«Γιατί μου το 'κανες αυτό; Τα αγαπημένα μου παιδιά; Ποια μάνα το κάνει αυτό; Απάντησέ μου! ΑΠΑΝΤΗΣΕ μου!» Το ουρλιαχτό του πνίγεται στο κλάμα. Η φωνή της σταθερή δίνει την απάντηση. «Ξέρεις ποιος έφταιγε. Εσύ και μόνο ΕΣΥ! Με μείωσες, με πέταξες, με απέρριψες! Είχες στο νου σου μόνο στην ... τρυφερή σου ερωμένη...» Σημειώνω τις αντιδράσεις πόνου και θυμού στο πρόσωπο της. «Ποια παιδιά αγαπημένα; Χα! ΨΕΥΤΗ! Ούτε που ασχολιόσουν πια. Αλλά μόνο έτσι θα τραβούσα την προσοχή σου απ' αυτήν...».
Εκείνος δεν ακούει όμως. Συνεχίζει τις κατάρες, τις φωνές και τα κλάματα. «ΑΝΑΘΕΜΑΣΕ γυναίκα άκαρδη, δολοφόνε των αθώων παιδιών μου...Μακάρι ποτέ να μην πεθάνεις! Να ζεις σέρνοντας το κουφάρι σου κενό από αισθήματα και να μην μπορείς να πεθάνεις, να μην μπορείς να λυτρωθείς...Σταμάτα να φωνάζεις! Ποιος φωνάζει; Δεν αντέχω...βγάλτε τις φωνές από το κεφάλι μου...». Αρχίζει να χτυπιέται πάλι στους τοίχους, βγάζοντας αφρούς. Δε θυμάται πάλι τίποτα. Ακούει τη φωνή του και η ένταση της τον τρελαίνει. Δίνω εντολή να αφήσουν τη δόση του ηρεμιστικού στο δωμάτιο. Ηρεμεί...
Περνάνε ώρες. Καμία κίνηση. Εκείνη στο τζάμι κοντά. Το άκαμπτο του προσώπου της δεν υπάρχει. Την παρακολουθώ να τον κοιτάζει. Ακουμπάει το χέρι της στο γυαλί. Σα να το αντιλαμβάνεται εκείνος πλησιάζει πρώτη φορά προς το διαχωριστικό. Βλέπει τον εαυτό του αλλά ακουμπάει το πρόσωπό του. Αρχίζει να κλαίει. «Πόσο θα ήθελα να ήταν όλα αλλιώς. Να θάβαμε τουλάχιστον μαζί τα παιδιά μας. Να κλαίγαμε, να παρακαλούσαμε μαζί τους θεούς να τα δεχτούν στην αγκαλιά τους...» Κάνει μια κίνηση με το χέρι της να τον χαϊδέψει, εκείνος όμως τινάζεται απότομα και αρχίζει πάλι να φωνάζει κοιτάζοντας το κενό: «...Αλλά δεν ξέρω ΑΧΡΕΙΑ ούτε που είναι θαμμένα τα παιδιά μου! Ακόμα κι αυτό μου το στέρησες τιποτένια γυναίκα...σκοτεινή, δολοφόνε...ΔΟΛΟΦΟΝΕ!»
Τα μάτια της ανοίγουν διάπλατα. Το πρόσωπό της όπως στην αρχή άκαμπτο, σκληρό, γεμάτο μίσος. Απομακρύνεται από το τζάμι. Η φωνή της άχρωμη και αυστηρή, χωρίς ίχνος ευσπλαχνίας. Ένα υποχθόνιο γέλιο γέμισε το κελί της. «Δεν είσαι άξιος να κλάψεις εσύ τα παιδιά μου! ΕΣΥ να κλάψεις για την ερωμένη σου, που για χάρη της μας διέλυσες. Κι όσο για το που είναι θαμμένα; Θα σου πω...άλλωστε τώρα μπορώ να σε διαλύσω κι άλλο...Ο τάφος τους είσαι εσύ ο ίδιος... στοργικέ πατέρα! Χα χα χα... Ναι...έφαγες τα παιδιά σου κι ούτε κατάλαβες τι σε τάιζε η μεγάλη σου αγάπη...χα χα χα ...»
Άρρωστο γέλιο. Στο άκουσμα του αποτρόπαιου εγκλήματος έμεινα να κοιτώ την εικόνα της στην οθόνη σα να έβλεπα το μεγαλύτερο τέρας του κόσμου. Εκείνος χαμένος πάλι στο σιωπηλό του κενό. Εκείνη την μεταφέραμε σε φυλακές υψίστης ασφαλείας.
Στο χαρτί οι τελευταίες μου σημειώσεις. Επιτυχία της διατριβής μου; Όχι καμιά επιτυχία... Μεταμέλεια; Όχι καμιά μεταμέλεια...