Σάββατο, 21 Μάιος 2016 09:40

Βαρύτερη ψυχή

Γράφτηκε από τον

Κι ο Χρόνος έτσι στάθηκε ανάμεσά τους: θολώνοντας τα μάτια του πατέρα και ρυτιδώνοντας το πρόσωπο της κόρης. Κείνος τότε άπλωσε τα δάχτυλα στο κεφάλι της και ψηλάφησε με δύναμη το σαγόνι, τα ζυγωματικά, το μέτωπο σα νά ψαχνε να φτάσει κάτω απ' το δέρμα σ' αυτό που θάμενε όταν η σάρκα θάχε κυλίσει στο χώμα και «Κόρη μου!» είπε, και της έπιασε τα χέρια σαν νάταν ολοκάθαρα από αίμα, και ψηλά ακούστηκε ένα κρώξιμο από γλάρο ή από κοράκι.

«Τ αδέρφι μου;» ρώτησε κείνη και σκοτείνιασε ο πατέρας για μια μικρή στιγμή και την έφερε έξω απ' το παλάτι και της έδειξε τον τάφο κι' έμεινε μόνη της με μια χειρονομία. «Αδέρφι μου...» ψιθύρισε κείνη αγγίζοντας το μάρμαρο εκεί που ήταν σκαλισμένα τα γράμματα, και χώμα είδε κουρνιασμένο στις γωνιές τους. «Από μισό γονιό κουβαλάμε ο καθένας μέσα μας τ’ αδέρφια, ίσα μοιρασμένους και στων δυονών μας τα κορμιά. Τόξερες αυτό..; Τόξερες πως τα παιδιά ενώνουν ξένους μεταξύ τους ανθρώπους; Αιώνια ξένους σε ατέλειωτες σιωπές, να αντέχουν, να μην αποστρέφουν το βλέμμα σαν αντικρίζονται στου παλατιού τις αίθουσες. Κι έτυχε εγώ σε σένα να σκοτώσω και τους δυό τους».
Ένα κάθισμα σύρθηκε στο φως της εξώθυρας και πάνω του βρέθηκε ο βασιλιάς, γέρος καμωμένος σε μιά στιγμή μέσα, να κρέμεται στο χείλος άβαθου γκρεμού. Και βάλθηκε να παρατηρεί την άκρη απ' το σανδάλι που ξεπρόβαλε απ’ τον χιτώνα, κι ανάμεσα σε δυό ανάσες χαμογέλαγε σαν παιδί που δεν θέλει ν' ακούει τους καβγάδες των γονιών του.
«Μακρύς ο δρόμος. Τρία βασίλεια σώριασα ως να γυρίσω για να κάτσω σε τούτο το θρονί, να βασιλέψω στ' αποκαΐδια του ενός, έστω για λίγο». Κι ο γέρος γύρισε και κοίταξε σα λογικός τον θρόνο που λίγο πριν καθόταν πάνω του, και κοίταξε με απορία, σα μόλις να 'νιωθε πως, κι' αυτός θα καιγόταν, όμοιος με κάθε ξύλο άν τον έρριχνε στη φωτιά.
«Διψάς;» γέρνοντας προς εκείνην ρώτησε έξαφνα, και κείνη γέλασε και του άγγιξε για λίγο τα μαλλιά και κοίταξε μετά την παλάμη της σα νάψαχνε κάποιο σημάδι. Στον απέναντι λόφο ένα μονοπάτι φέγγιζε ολόξερο στο απόγευμα και μυρωδιά από στάχτες πέρασε μπροστά της.
«Δεν είμαι εγώ που πρέπει να συγχωρεθώ. Δεν έχω πόνο για κανένα απ' τα δυό τους. Θαρρείς δεν ένιωσα τις ματιές να στάζουν απ' τα μισόκλειστα παραθύρια όσο να φτάσω απ' το λιμάνι ως εδώ; Βαρύτερη μόνο ψυχή μπορεί να δώσει άφεση, μα εδώ τριγύρω δεν έχει άλλη βαρύτερη απ' την δική μου».
Το πέτασμα που χώριζε το δωμάτιο τραβήχτηκε και δυό άντρες με κοντά ξίφη στη μέση μπήκαν και σταθήκαν πίσω απ' το σκοτάδι. Σαν εβγαλμένους απ’ τη Γή, σαν φυτρωμένους από Δόντια Δράκου θέλησε να τους δει. Μα κείνοι σάλεψαν και τρίξαν οι δερμάτινες πτέρυγες κι οι επωμίδες και έστρεψε το βλέμμα έξω σα να μην ήθελε άλλο. «Άστε μια προσευχή να μοιράσω πρώτα σε όσους έβλαψα. Δεν είχα χώρο μέσα μου για παραπάνω, ποτέ. Δεν μού 'μενε σκοτάδι απ' της Εκάτης τους πυρσούς να τόχω για δικό μου, να χώνομαι κει μέσα και να 'συχάζει το μυαλό μου, να πλανεύω τον εαυτό μου, άμαθη παιδούλα, πως θα ‘βρω ταίρι έξω από συμφέρον».
Τότες οι δύο βρεθήκαν νάχουν ξεθηκαρώσει πίσω απ' της φωνής της τον αντίλαλο, και σηκώνοντας με βλέμμα άκαμπτο τα ξίφη, εκομμάτιασαν τον γέρο βασιλιά. Κι ύστερα πρόσπεσαν στα πόδια της, αυτής, και κείνη άπλωσε τα χέρια στα κεφάλια τους και τους ευλόγησε με όσο σκοτάδι τής είχε απομείνει. Και τέλειωσε ο οίκος του Αιήτη.