Δευτέρα, 29 Φεβρουάριος 2016 08:44

Τα καλοκαίρια στο χωριό

Γράφτηκε από την

Σε εκείνο το χωριό τα καλοκαίρια ήταν κάπως έτσι: παντού έβλεπες μόνο παιδιά και νέους  και ηλικιωμένους συνταξιούχους. Γονείς και εργαζόμενοι βρίσκονταν στην πρωτεύουσα.

Τα πρωινά, τα γεροντάκια έβγαιναν στην πλατεία να χαρούν  τον ήλιο και έπαιζαν με τη μπάλα ενώ τα εγγονάκια τους την ώρα που απολάμβαναν τον ελληνικό τους  στο καφενείο σήκωναν τη γειτονιά με τις φωνές τους.

 

‘’Παππού, παίξε ήσυχα και σταμάτα να φωνάζεις, μας πήρες τ’ αυτιά. Άλλη μια φορά να σ’ ακούσω και γυρίσαμε σπίτι’’.

Τα μεσημέρια οι νέοι κατέβαζαν παξιμάδια και γιαούρτια. Οι γέροι έπρεπε να φάνε όλο το φαγητό τους και να κοιμηθούν με το ζόρι κανένα δίωρο αν ήθελαν να πάνε για μπάνιο το απόγευμα. Οι άντρες φορούσαν τις βερμούδες τους, οι γυναίκες τα κορμάκια τους και κατέβαιναν στην παραλία. Από κοντά βέβαια και η νεολαία με πτυσσόμενες καρέκλες και σταυρόλεξα ανά χείρας.

Πώς χαίρονταν τα γεροντάκια το νερό, δε λέγεται. Κατάβρεχαν ο ένας τον άλλον, έκαναν πατητές και μακροβούτια, ακόμα και αγώνες! Όλο και κάποιο παιδάκι θα άκουγες να σκούζει και να ξεφυσά.

‘’Θα με κάνεις να σκάσω! Μπάνιο το λες εσύ αυτό: Δε φτάνει που τα έβγαλες όλα στη φόρα με το κολλητό κορμάκι σου μου θες και βουτιές να μας βρει κανένα κακό. Για δεν κάθεσαι ήσυχη σαν τον κύριο Πέτρο; Στα ρηχά και να σε βλέπω’’.

Τα βράδια, νέοι και γέροι τα απολάμβαναν περισσότερο απ’ όλα. Οι νέοι έπαιρναν το σκαμπουδάκι τους από το σπίτι και στηνόντουσαν έξω από τα σπίτια στις γειτονιές να κόψουν κίνηση, να φάνε κανένα πασατέμπο, να μυρίσουν λίγο βασιλικό, να συζητήσουν τι θα μαγειρέψουν την επόμενη μέρα. Οι γέροι με τις ώρες μπανιαρίζονταν, φορούσαν τα καλά τους ,χτενιζόντουσαν, κοιτιόντουσαν στους καθρέφτες ,αρωματίζονταν και έβγαιναν βόλτα α λα μπρατσέτα σε ζευγάρια. Πήγαιναν πάνω κάτω σε όλο το χωριό. Με το που περνούσαν και μπροστά από τα παιδιά, να τα σούσουρα, να τα κουτσομπολιά.

‘’Είδες τι φόρεσε η κυρία Τούλα; Ποια νομίζει ότι είναι, η Σαπουντζάκη:’

‘’Καλέ παππού, έλα πιο κοντά να σου πώ. Ποιά είναι αυτή που κρατάς από το χέρι; Αλίμονό σου άμα το μάθει η μαμά. Ντροπή και σε βλέπει όλο το χωριό.’’

Οι γέροι δεν έπαιρναν χαμπάρι, ούτε που τους απαντούσαν. Κάνα δυο ζητούσαν κανένα τάλιρο από τα εγγόνια για να πάρουν σουβλάκια αργότερα. Κατηφόριζαν προς το ποτάμι όλοι μαζί και κατέληγαν κάτω από τον μεγάλο πλάτανο. Έλεγαν ιστορίες, τραγουδούσαν, στα σκοτεινά έπεφτε και κανένα φιλί. Την ίδια ώρα στα σπίτια τους έμεναν ξύπνιοι οι νέοι για να δουν τι ώρα θα γυρίσουν οι ανεπρόκοποι. Μία πήγαινε ο νους στο κακό, μία θύμωναν πως το είχαν παρακάνει και μία τα έβαζαν με τους εαυτούς τους. Σάμπως όταν μεγαλώσουν τα ίδια δε θα κάνουν και αυτοί;

Έτσι κυλούσαν τα καλοκαίρια στο χωριό, όμορφα για μικρούς και μεγάλους, μέχρι να έρθουν οι μεσήλικες να τους γυρίσουν στην πρωτεύουσα τον Σεπτέμβρη.