Τρίτη, 14 Ιούνιος 2016 07:29

Μόνιμη Κατοικία

Γράφτηκε από την

«Ταξιδεύανε. Οι θάλασσες έμοιαζαν απέραντες. Τα κύματα μέσα στους φόβους. Όλοι ,φορώντας σωσίβια, μία έγερναν δεξιά μία αριστερά. Δεν είχαν πλέον ψάρια οι βυθοί, ούτε γοργόνες, γεμάτοι κουφάρια πλοίων και όνειρα ανθρώπων.

Ή
Περπατούσαν. Ο ήλιος έκανε το κεφάλι να βράζει. Οι τρίχες έπεφταν σιγά- σιγά. Πίσω από τα γόνατα ζούσε ο πόνος. Τα παιδία –μαζί με ολόκληρα νοικοκυριά- φορτωμένα στην πλάτη, κρυμμένα ανάμεσα στις μασχάλες, στους αγκώνες , πάνω στο κεφάλι, όπου χωρούσαν.
Άλλοτε το χιόνι έμοιαζε να αιωρείται μεταξύ ουρανού και γης. Όσο βαθιά και αν έβαζες το πόδι χώμα δεν άγγιζες. Πάνω σε αυτό το χιόνι ταξίδευαν ολόκληρες συνοικίες.»
Σταμάτησε την ανάγνωση και άφησε το βιβλίο ανοιχτό στα πόδια του. Σχεδόν δάκρυζε, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να κοιτάξει την γυναίκα απέναντί του.

«Έρχεται εκείνη η στιγμή που πρέπει να διαλέξεις. Πάντα ερχόταν, πότε δεν θα πάψει. Οι άνθρωποι ανέκαθεν έπαιρναν οριστικές αποφάσεις. Ο γάμος, το επάγγελμα. Οριστικά αποφάσιζαν. Ίσως κάποιες φορές να άλλαζαν την απόφασή τους, αλλά το πισωγύρισμα χρεώνονταν ως αποτυχία.
Φυσικά δεν μπορεί στην ίδια ιστορική περίοδο- με μονάδα μέτρησης την ανθρώπινη συναισθηματική μνήμη- να καλεστεί ο ίδιος άνθρωπος να πάρει δύο ισόβιες αποφάσεις. Είναι λογικό ότι μία από τις επιλογές θα είναι αυτή που στιγματίζει το άτομο. Η ζωή του θα κρίνεται από ένα γνώρισμα και βάση αυτού θα τοποθετείται στις συνειδήσεις των άλλων.
Καταλαβαίνω ότι είναι δύσκολο, ακούγεται τρομαχτικό. Μπορώ να σου εκμυστηρευτώ πως και εγώ όταν ήμουν στην θέση είχα δυσκολευτεί να αποφασίσω. Είναι απολύτως λογικό. Όμως διάβασες και μόνος σου πως ζούσαν οι άνθρωποι πριν. Σαν διοικήτρια και μητέρα σου είμαι χαρούμενη που θα ζήσεις με αυτό το σύστημα»
Σηκώθηκε υποκλίθηκε στην διοικήτρια- ή μήπως ήταν υπόκλιση στην μητέρα; - και βγήκε από το δωμάτιο. Κατέβηκε στην έξοδο του κτιρίου χρησιμοποιώντας τις σκάλες και όχι το ασανσέρ. Καθώς η μετακίνηση του δεν ήταν καθορισμένη έπρεπε να περιμένει το επόμενο λεωφορείο, αντί για αυτό όμως ξεκίνησε να περπατάει. Αν και ακολουθούσε τον δρόμο που για το σπίτι του, όταν έφτασε εκεί το προσπέρασε και συνέχισε να περπατάει.
Φτάνοντας στα όρια της πόλης, δεν υπήρχε φράκτης ή τείχος να τον συγκρατήσει. Ήταν ήδη πολλά τα χρόνια που οι άνθρωποι μετά την οριστική επιλογή του τόπου κατοικίας τους δεν μετακινιόντουσαν. Κανείς δεν έφευγε , κανείς δεν ερχόταν εκτός από μια φορά τον χρόνο και αυτό γίνονταν με αεροπλάνα.
Στάθηκε μια στιγμή να κοιτάξει τον ορίζοντα. Τα μάτια του χόρτασαν παπαρούνες και ουρανό. Ύστερα γύρισε την πλάτη στον έξω, από την πόλη ,κόσμο. Κατευθύνθηκε στην κοντινότερη στάση και περίμενε το λεωφορείο που θα τον αποβίβαζε στα γραφεία της διοίκησης.
Όταν πλέον βγήκε από μέσα είχε συμπληρώσει την αίτησή του. Συν μια ακόμα. Διέκοπτε τις σπουδές του και έβαζε υποψήφιος εργάτης στο σωματείο μεταφορών με τόπο μόνιμης κατοικίας την πόλη που μεγάλωσε.