Πέμπτη, 28 Απρίλιος 2016 06:38

Το γέλιο

Γράφτηκε από την

Τον ένιωσε να την γυρίζει μπρούμυτα και να μπαίνει μέσα της με μια κίνηση. Η Άννα δεν έβγαλε άχνα. Το μυαλό της δεν ήταν εκεί. Ήταν στο δίπλα δωμάτιο που κοιμόταν η μικρή. Τα χέρια του ακούμπησαν στην πλάτη της κι ύστερα κατέβηκαν στη μέση της, κατάλαβε πως ήθελε να την τραβήξει προς την μεριά του για να μπει πιο βαθιά. Η ανάσα του ήταν κοφτή, τον άκουγε να βογγά στο σκοτάδι, ενώ τέντωνε τ’ αυτιά της μήπως ακούσει θόρυβο από το παιδικό δωμάτιο. Το κορμί της τρανταζόταν τώρα πιο βίαια σε κάθε του διείσδυση, δεχόταν το σπρώξιμο χωρίς αντίσταση, έχωνε το πρόσωπό της στο μαξιλάρι ενώ σκεφτόταν τα γόνατά της που πονούσαν.

Στηρίχτηκε καλύτερα με τα χέρια της για ν’ αποφορτίσει το βάρος. Δεν αργεί, σκέφτηκε. Ο ιδρώτας του πάνω της έκανε το σώμα της να γλιστράει, άρχισε κι αυτή να ιδρώνει, εκείνος ακουγόταν όλο και πιο ερεθισμένος, μάσησε μια άκρη απ΄ τα μαλλιά της έτσι όπως ήταν μπρούμυτα και περίμενε να τελειώσει. Το αυτί της έπιασε τότε έναν ανεπαίσθητο θόρυβο από δίπλα, σαν κάτι που πέφτει απαλά στο πάτωμα, μπορεί να ‘πεσε η κουβέρτα σκέφτηκε κι αμέσως μετά της φάνηκε πως ένα μικρό κλάμα αντήχησε πίσω από την πόρτα.
-Το παιδί, είπε και τον έσπρωξε από πάνω της γυρίζοντας ανάσκελα. Εκείνος ξαφνιασμένος βγήκε από μέσα της απρόθυμα κι έγειρε στο πλάι. Η Άννα σηκώθηκε γρήγορα κι όπως έψαχνε τη ρόμπα της στο σκοτάδι ένιωσε ξαφνικά μια ηδονή να την κατακλύζει. Έτρεξε προς το κλάμα με τα πόδια γυμνά και στην σκέψη του άντρα που άφησε πίσω της στο κρεβάτι, ένα γέλιο άρχισε να της τραντάζει το στήθος. Προσπάθησε να το πνίξει, ήξερε πως δεν έπρεπε να την ακούσει, αν συνέχιζε έτσι δεν θα τα ‘βγαζε πέρα με τα έξοδα. Μα δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί, το γέλιο ξεπήδησε δυνατό από μέσα της, αβίαστο, λυτρωτικό και δάκρυα ξεχύθηκαν από τα μάτια της μόλις είδε μπροστά της το μωρό που την κοιτούσε ανυποψίαστο.