Κυριακή, 27 Μάρτιος 2016 15:14

Δεν είμαι μικρή!

Γράφτηκε από την

Τι να κάνω για να τελειώσει αυτό το μαρτύριο; Να απαλλαγώ γρήγορα κι ανώδυνα χωρίς να το καταλάβει;
Συνεχίζω να ασθμαίνω στο ρυθμό που μου δίνει κουνώντας τη λεκάνη μου όσο μπορώ κάτω από το βάρος του που με πλακώνει. Συνέχισε, συνέχισε, λέω στον εαυτό μου, μην υποψιαστεί και κρατήσει παραπάνω. Σφίγγω κι άλλο τις παλάμες μου στην πλάτη του, του δαγκώνω το λαιμό όπως πρέπει, τώρα τον απομακρύνω λιγάκι, σκύβει εκείνος το κεφάλι στο στήθος μου και μου ξεφεύγει ένα βογκητό. Λάθος, μέγα λάθος: πιστεύει ότι ανταποκρίνομαι. Κλείνω τα μάτια για να μην ουρλιάξω, δαγκώνω τα χείλη μη μου ξεφύγουν και οι λέξεις και… δεύτερο λάθος. Κοίτα τι έπαθα, νομίζει πως μ’ αρέσει και το ξανακάνει!

Αναστενάζω – μη, μην το πάρεις κι αυτό αλλιώς! Δυσφορία είναι, ηλίθιε, να σε σπρώξω θέλω, να σου δώσω μία να πας πέρα, να πάψεις να με ζουλάς, να με πασπατεύεις, να με τρυπάς!... Αν ήξερα από την αρχή… Μα ποιος άντρας πάνω στην πράξη αποκαλεί την άλλη «μικρή μου»; Πατέρας μου είσαι; Μήπως να με μαλώσεις κιόλας; Να μου απαγορεύσεις την έξοδο σαββατόβραδο;
Άντε, τελείωνε, χριστιανέ μου, ν’ ανασάνουμε, να πούμε τα λόγια τα σωστά να ντυθείς και να φύγεις. Μήπως να υποκριθώ από τώρα, να του πετάξω το κόκαλο να ησυχάσουμε; Ναι, αυτό θα κάνω, να, κοίτα…
Αυτό ήταν. Ανακούφιση.
Τώρα πιστεύει πως θα νιώσω άβολα αν σηκωθώ όπως είμαι για να πάω στην τουαλέτα. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, έτσι ακριβώς θα ήταν. Όχι όμως σ’ αυτή. Σηκώνομαι επιδεικτικά και του μοστράρω τα γυναικεία μου οπίσθια, για να διαλύσω κάθε ίχνος τυχόν πατρικής φαντασίωσης – άκου «μικρή»! Βγαίνω μετά από λίγο και του κάνω νόημα με το κεφάλι ότι είν’ η σειρά του. Μέχρι να γυρίσει σκέφτομαι…
Ας μην είμαι αγενής, ας καπνίσουμε μαζί ένα τσιγάρο. Ακουμπώ το πρόσωπο στον ώμο του ενώ με τα δάχτυλα παίζω με τις τριχούλες του στήθους του –σε όλους αρέσει-, τα μάτια μισόκλειστα, το πόδι μου λυγισμένο πάνω στα δικά του· έτσι θα πιστέψει στα σίγουρα ότι μου πρόσφερε αυτό που ζητούσα. Αλλά θέλω να φύγει. Θα χασμουρηθώ.
Παίρνει το μήνυμα κι αρχίζει να ντύνεται. Ωραία, πάρε επίσης κινητό, τσιγάρα, μπουφάν και τα πατρικά σου συμπλέγματα, νέο παιδί, ρε γαμώτο, και δίνε του.
Του χαμογελώ φυσικά, όρθια στην κλειστή εξώπορτα, φορώντας το κοντό μπαμπακένιο νυχτικό με τα κερασάκια και τις φραουλίτσες, ανυπομονώντας να ξεκουμπιστεί ν’ αναπνεύσω. Αγγίζω το πόμολο -ας του δώσω κι ένα φιλί στο μάγουλο, αφήνοντας τα χείλη μου λίγο παραπάνω καθώς θα τον σφίγγω στη σύντομη αγκαλιά, επιβάλλεται, δε φταίει κι αυτός για την εικόνα που γέννησε η γκλάβα μου-, το στόμα μου θα σκιστεί από το τσίτωμα του χαμόγελου, άντε πια, φύγε, θέλω ν’ ανασάνω, η πόρτα κλείνει, ήρθε η ώρα να λυτρωθώ, περιμένω μερικά δευτερόλεπτα, ακούω το ασανσέρ, λίγο ακόμη να βεβαιωθώ ότι κατέβηκε, λίγο, λίγο… κι επιτέλους, είμαι ελεύθερη να βάλω τα κλάματα.