Δευτέρα, 06 Φεβρουάριος 2017 09:53

Αν γίνεις πόνος

Γράφτηκε από την

Καθισμένος στην ξεφτισμένη καρέκλα παρατηρούσε τις ζωηρές κινήσεις στην αίθουσα, χωρίς να μπορέσει να σβήσει το μειδίαμα που ακούσια είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό του.
Ένα νεύρο άρχισε να πάλλεται στο αριστερό του μάγουλο μεταφέροντας το μούδιασμα που το συνόδευε στο μάτι. Προσπάθησε να το σταματήσει αλλά οι χειροπέδες τον δυσκόλεψαν. Τα χέρια του χάραξαν μια κόκκινη γραμμή στο μέτωπο και στον κρόταφό του. Το μάτι του άρχισε να ανοιγοκλείνει από τη νευρική σύσπαση. Μία γνώριμη διέγερση που ακολουθούσε κάθε φόνο.

Πάλεψε με περισσότερη μανία να το σταματήσει ενώ ο πανικός τον κυρίεψε. Η όρασή του θόλωσε. Ο αμφιβληστροειδής του σχημάτισε την εικόνα ενός γυμνού δωματίου. Τη μονοτονία του γκρίζου έσπαγε η αντανάκλαση του ελάχιστου φωτός από τις κλειστές γρίλιες του παραθύρου που σχημάτιζε γραμμές στο πάτωμα. Η πρόσθια θέση του σώματός του έτσι όπως ήταν ακινητοποιημένο και δεμένο στο ξύλινο αυτοσχέδιο κρεβάτι δεν του επέτρεπε την παρατήρηση πέρα από ότι υπήρχε στη λωρίδα εμπρός του και σε ύψος τόσο όσο η διάταση του αυχένα του επέτρεπε. Η πόρτα απέναντι του άνοιξε. Η χονδρή φιγούρα του άντρα με το στρογγυλό πρόσωπο μεγεθύνθηκε καθώς τον πλησίαζε. Ένα πρόσωπο λιπαρό και γλοιώδες. Το αριστερό του μάτι αεικίνητο από το τικ του βλεφάρου.
Η ανάσα μύριζε αλκοόλ και τσιγάρο. Το παραφουσκωμένο χέρι διέγραψε την πλάτη του και σταμάτησε στα γυμνά του οπίσθια. Η θύμηση ενός αφόρητου πόνου σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Προσπάθησε να εκφράσει μία παράκληση, η φωνή του αρνήθηκε να βγει από το λαρύγγι. Είχε φράξει χτες - ή προχτές ή πότε;- από τις μάταιες επικλήσεις στην ευσπλαχνία του. Προσπάθησε να κινηθεί. Σπαρτάρισε. Ο ήχος μιας αλυσίδας που αιωρούνταν προανήγγειλε τη συνέχεια.
Ξύπνησε στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Τον είχαν βρει αναίσθητο. Το κορμί του ματωμένο με βαθιές χαρακιές από αλυσίδα. Πλευρά σπασμένα. Μώλωπες στους καρπούς και στους αστραγάλους από τα λουριά. Πρόσωπο παραμορφωμένο – από τον πόνο είπε ο γιατρός. Θολές μνήμες, και ένα μυαλό σε λήθαργο από τα παυσίπονα.
«Για να τα ξαναπούμε… τι κάνατε χτες το βράδυ;
»Γιατί τα χέρια σας είναι ματωμένα;
Το σοκάκι ήταν έρημο, ο άνεμος παιχνίδιζε με τα σκουπίδια θέτοντάς τα σε κυκλικούς χορούς. Η μοναδική κολόνα άπλωνε το φως της σε μια ακτίνα γύρω της αφήνοντας το υπόλοιπο στενό σκοτεινό και κρύο. Τα βαριά και συρτά βήματα με τον υπόκωφο ήχο διατάραξαν τη φυσική αρμονία των κυμάτων. Ανασηκώθηκε πίσω από τον σκουπιδοτενεκέ να ελέγξει τον εισβολέα. Φιγούρα παχιά, παραφουσκωμένη, το δέρμα γυάλιζε στο φως της λάμπας καθώς την πλησίασε. Και τότε τον είδε, εκείνος ο σπασμός στο μάτι.
Αντικατοπτρικά και ενστικτωδώς το μάτι του αντέγραψε το σπασμό. Παρατήρησε τη φιγούρα που έσερνε τον όγκο της. Μια πηχτή αηδία, ένα σφίξιμο στο στομάχι, ένα τράβηγμα στην πλάτη και ένας σουβλερός πόνος που διαπέρασε τους κροτάφους του από άκρη σε άκρη. Τίναξε να το κεφάλι να αποβάλλει τον πόνο. Μάταια.
Ο άντρας πλησίαζε. Το χέρι τρέμοντας έσφιξε το μαχαίρι μέχρι που οι κλειδώσεις του άσπρισαν. Ο άντρας πλησίαζε. «Φύγε!» Ο άντρας πλησίαζε. Το μάτι που έπαιζε έγινε η μόνη εικόνα. Με μία κραυγή σαν άγριου ζώου όρμισε κατά πάνω του. Αντίσταση καμία. Το μαχαίρι μπήχτηκε σε εκείνη την εικόνα που τον έκανε να τρέμει. «Σταμάτα. Σταμάτα!». Ο βολβός πετάχτηκε από την κόγχη και κύλησε στο έδαφος. Το αίμα πιτσίλισε τα ρούχα και γέμισε τα χέρια. Ο άντρας έπεφτε σφαδάζοντας. Το μαχαίρι καρφώθηκε στο λαιμό. Μία δύο, τρεις …
Η οργή καταλάγιασε. Παγωμάρα και ακαμψία. Προσπάθησε να τεντώσει το σώμα του που είχε καμπουριάσει ενστικτωδώς σε ανάμνηση εκείνου του πόνου που ήξερε ότι θα ερχόταν.
Σχεδόν τον αισθάνθηκε. Τινάχτηκε σαν σε σπασμό. Σαν ανδρείκελο ταλαντεύτηκε προτού ισορροπήσει. Κοίταξε το ματωμένο σωρό. Συνοφρυώθηκε. Τα πόδια του τον οδηγούσαν μακριά από τον πόνο… Έτσι νόμιζε τουλάχιστον.
Έφτασε στην προκυμαία. Απόμεινε να κοιτάει χωρίς να βλέπει τα καράβια που ήταν αραγμένα. Κενό. Ένα σκοτάδι χωρίς μορφές και σχήματα. Εκεί τον βρήκε το περιπολικό. Αδιαμαρτύρητα μπήκε μέσα και αφέθηκε να τον οδηγήσουν στο τμήμα.
Κοίταξε τον αστυνόμο. Πόση ώρα ήταν εκεί καθισμένος;
«Σε ξαναρωτάω… τι έκανες χτες το βράδυ;
«Έφευγα από τον πόνο». Μα πώς να απομακρυνθείς από τον πόνο που έχει χαραχτεί στο σώμα, στο μυαλό και στην ψυχή. Πώς να φύγεις από τον πόνο όταν εσύ ο ίδιος είσαι ο πόνος.