Παρασκευή, 24 Ιούνιος 2016 14:26

Λόλα

Γράφτηκε από τον

Είμαι ο Ισίδωρος, ένας συνηθισμένος άνθρωπος γύρω στα πενήντα. Ζω με τη μητέρα μου. Ξεχασμένος ακόμη κι από τον ίδιο μου τον εαυτό, πίστευα ότι είχα ξεμπερδέψει από τις εκπλήξεις της ζωής.

«Είσαι αμίλητος απόψε, Ισίδωρε, τι σε βασανίζει;» ρώτησε η Ελπινίκη.
«Τίποτα, μάμι, μην ανησυχείς», είπα και σηκώθηκα από το τραπέζι. Κατευθύνθηκα προς το μπαλκόνι, είχε νυχτώσει. Δυνατή μουσική ακουγόταν απ’ το διπλανό διαμέρισμα. Έσκυψα για να δω καλύτερα. Οι κουρτίνες ήταν τραβηγμένες, μια κοπέλα με μαύρα μακριά μαλλιά κι ένα ποτό στο χέρι λικνιζόταν στο ρυθμό της μουσικής. Φορούσε ένα άσπρο σορτσάκι κομμένο ψηλά στους μηρούς και μια μπλούζα που άφηνε ακάλυπτο τον αφαλό. Ένας άντρας τής χάιδευε το κορμί προκλητικά. Ζήλεψα! Ένιωσα τη φλόγα της ηδονής να διαπερνά το σώμα μου. Μετά από πολύ καιρό και με την εικόνα της στο μυαλό μου, αυτοϊκανοποιήθηκα.
Από τότε κάθε βράδυ έβγαινα στο μπαλκόνι κι από μια χαραμάδα την παρακολουθούσα. Πολλές φορές επιδίωξα να την συναντήσω στο ασανσέρ. Ύστερα έμενα πίσω, απολαμβάνοντας την αίσθηση από το άρωμα που εξέπεμπε το κορμί της. Έκλεινα τα μάτια κι αισθανόμουν ότι την είχα στην αγκαλιά μου. Τη σκεφτόμουνα διαρκώς. Κλεινόμουνα ώρες ατέλειωτες στο δωμάτιό μου, κι αυτό ήταν η αιτία που τσακωνόμουν με τη μάμι. Αγχώδης, παρεμβατική, κτητική. Στόχος της να παρατείνει όσο το δυνατόν περισσότερο την αποκλειστικότητα στη σχέση της μαζί μου. Με είχε κουράσει αυτή η εξάρτηση. Γινόμουνα όλο και πιο οξύθυμος απέναντί της.
Η σκέψη και μόνον της κοπέλας μού έφτιαχνε τη διάθεση. Μόνη μου επιθυμία να τη συναντήσω, να της μιλήσω.
Εκείνη τη μέρα ξύπνησα έτοιμος να βάλω σε εφαρμογή το σχέδιό μου. Ήπια μόνο καφέ, χωρίς ν’ αγγίξω το πρωινό, παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας - «Φάε μια φρυγανιά με λίγο μέλι, σκέτος ο καφές θα σε πειράξει». Μα εγώ είχα σηκωθεί ήδη από το τραπέζι. Είχα σχεδιάσει τα πάντα ως την παραμικρή λεπτομέρεια. Η αγωνία μου μεγάλη. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Σκέφτηκα για μια στιγμή να το αναβάλω. Όμως όχι, αυτή τη φορά δεν θα το ’βαζα στα πόδια. Δεν θα κρυβόμουν ακόμη μια φορά κάτω από τις τρυφερές φτερούγες της, με το φόβο μην πληγωθώ.
Έβαλα το αυτί στην πόρτα. Φωνές ακούστηκαν στο διάδρομο, η αγωνία μου κορυφώθηκε, ένα σφίξιμο απειλούσε την καρδιά. Άνοιξα την πόρτα. Αντίκρισα έναν άντρα γύρω στα σαράντα με ξυρισμένο κεφάλι κι ένα τεράστιο τατουάζ στο αριστερό του μπράτσο. Εκείνη δεν φαινόταν πουθενά. Τον άκουσα να φωνάζει τ’ όνομά της. «Λόλα, θ αργήσουμε, τελείωνε».
Απογοήτευση. Το σχέδιό μου πήγε στράφι, έμαθα όμως το όνομά της.
«Καλημέρα», μου είπε ο άντρας κοιτώντας με ερευνητικά.
«Καλημέρα σας», απάντησα χαμηλώνοντας το βλέμμα.
«Έτοιμη, φύγαμε;»
Η εμφάνισή της έσπασε την αμήχανη στιγμή.
«Θα κατέβετε μαζί μας;» με ρώτησε και μου χαμογέλασε.
Σάστισα για λίγο βλέποντας το χαμόγελο για το οποίο έλιωνα. Ψιθύρισα ένα «Όχι ευχαριστώ» κι απομακρύνθηκα βιαστικά, πηγαίνοντας προς το κλιμακοστάσιο.
Οι τσακωμοί με τη μάμι ήταν πλέον καθημερινοί. Δεν έτρωγα, είχα αδυνατίσει. « Τι σε βασανίζει, παιδάκι μου; Δεν τρως, δεν μιλάς…» Δεν απαντούσα, κλεινόμουνα με τις ώρες στο δωμάτιό μου. Πρόφερα συνεχώς τ’ όνομά της: «Λόλα». Έφερνα την εικόνα της στο μυαλό μου, η φαντασία μου οργίαζε, της έκανα έρωτα παθιασμένο. Ήθελα να βρεθώ μόνος μαζί της. Να της εξομολογηθώ τον έρωτά μου.
Το σκεφτόμουνα μέρες, ήταν παράτολμο, αλλά αποφάσισα να το κάνω. Θα έμπαινα λαθραία στο σπίτι της απ’ το μπαλκόνι. Συνήθως άφηνε την μπαλκονόπορτα ανοιχτή.
Όλα έγιναν όπως τα είχα σχεδιάσει. Στάθηκα κρυμμένος στο σκοτάδι, ένας πρωτοφανής και πρωτόγνωρος φόβος με συγκλόνισε. Κρύος ιδρώτας μ’ έλουσε, το κορμί μου έτρεμε και τα ερωτήματα έντονα με βασάνιζαν: «Με ποιο δικαίωμα βρίσκομαι εδώ; Αν φωνάξει την αστυνομία; Τους γείτονες; Φαντάσου τι έχει να γίνει… Και ποια δικαιολογία θα τολμήσω να δώσω;» Όμως μέσα στις σκέψεις μου ορθωνόταν η επιμονή, ο ακαταμάχητος πόθος και η έλξη που ένιωθα για εκείνη.
Άκουσα το κλειδί στην κλειδαριά, κάθε στροφή κι ένα σφίξιμο στο στομάχι. Η αγωνία μεγάλωνε. Ένιωθα την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά. Μπήκε στο σπίτι. Άφησε την τσάντα της δεξιά στον καθρέφτη, έβγαλε τα παπούτσια και προχώρησε προς το μπάνιο αφήνοντας τα ρούχα της να πέφτουν στο πάτωμα. Την παρακολουθούσα να γδύνεται, το μυαλό μου θόλωσε. Ήθελα να την αγγίξω. Την πλησίασα αγγίζοντας αδέξια τους ώμους της. Εκείνη τρόμαξε, γύρισε και με είδε.
«Τι θες εσύ εδώ; Φύγε, θα φωνάξω!»
«Μη με διώχνεις, Λόλα», είπα, με φωνή που έτρεμε από πόθο.
Ήταν έτοιμη να βάλει τις φωνές. Της έκλεισα το στόμα κι άρχισα να τη χαϊδεύω πρόστυχα παντού. Με έσπρωχνε, με χτυπούσε, προσπαθούσε να ξεφύγει. Με τα νύχια της μου ξέσκιζε τη σάρκα. Δεν ένιωθα πόνο. «Σ’ αγαπώ», της έλεγα και σκορπούσα φιλιά στο πρόσωπό της. «Μ’ έχεις τρελάνει, δεν μπορώ χωρίς εσένα». Την κρατούσα στην αγκαλιά μου, ήμουν τόσο ευτυχισμένος. Με το ένα χέρι σκέπασα το στόμα της να μη φωνάξει και με το άλλο τη χάιδευα. Οι κόρες των ματιών της είχαν διασταλεί. Το παγωμένο βλέμμα της σκορπούσε μηνύματα φόβου. «Με φοβάσαι;»
Ο θυμός οδήγησε τα χέρια μου γύρω από το λαιμό της, οι αντίχειρές μου πίεζαν όλο και πιο πολύ. Κάθε πίεση κι ένας μικρός θάνατος. Κάθε δευτερόλεπτο έπαιρνε μαζί στο πέρασμά του κάθε νεκρό κομμάτι της ζωής που δεν έζησα.
Τα καφετιά μάτια που λίγη ώρα πριν έβλεπα μέσα τους όνειρα κι ελπίδες έσβησαν. Δάκρυα έτρεχαν απ’ τα δικά μου. Παρέλυσε το μυαλό μου. Λες και το ’χε κάνει κάποιος άλλος κι όχι εγώ. Κρατούσα στα χέρια μου το άψυχο κορμί. Άγγιξα το σημάδι απ’ το κολιέ στο λαιμό της.
Πανικοβλήθηκα όταν άκουσα την πόρτα ν’ ανοίγει.
«Λόλα! Γύρισα, πού είσαι;»
Πλησίασε και την είδε να κείτεται στο πάτωμα.
Προσπάθησε να τη συνεφέρει. «Λόλα, τι έγινε;»
Πετούσε ερωτήσεις και βρισιές στον αέρα. Την πήρε αγκαλιά και την ακούμπησε στο κρεβάτι. Τότε πρόσεξε το σημάδι στο λαιμό της.
Γύρισε το κεφάλι, με είδε.
«Εσύ!»
Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την κουβέντα, του έφερα με δύναμη το βαρύ βάζο στο ξυρισμένο του κεφάλι. Αίματα έτρεχαν από την πληγή. Σωριάστηκε στο πάτωμα.
Έφυγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα.
Άνοιξα τα μάτια. Ήμουν μούσκεμα στον ίδρωτα. Άκουσα τη φωνή της. Μισοζαλισμένος είδα την πόρτα να ανοίγει. Η μάμι με πλησίασε ανήσυχη, πάτησε το διακόπτη. Το φωτιστικό δίπλα στο κομοδίνο άπλωσε το κιτρινωπό του φως στο σκοτεινό δωμάτιο. Μια πεταλούδα που είχε βρει προσωρινό καταφύγιο εκεί έκανε δυο κύκλους γύρω από το φως κι έπειτα ακούμπησε στην άκρη του κρεβατιού.
«Τι έπαθες; Τι συμβαίνει;» ρώτησε με την ανησυχία διάχυτη στη φωνή, ενώ συγχρόνως το βλέμμα της έψαχνε την πεταλούδα.
«Τους σκότωσα και τους δύο!» είπα αναστατωμένος.
«Α, ανοησίες, ένας εφιάλτης ήταν. Πάει, πέρασε τώρα».
Άνοιξε τις παλάμες της έτοιμη να συνθλίψει την πεταλούδα ανάμεσά τους.
«Μη!» φώναξα και σηκώθηκα απότομα.
Τράβηξα την κουρτίνα, άγγιξα την πεταλούδα απαλά. Εκείνη άνοιξε τα φτερά της, κοντοστάθηκε για λίγο πάνω από τον ώμο μου σαν να μου ψιθύρισε κάτι κι έπειτα πέταξε μακριά.