Παρασκευή, 24 Ιούνιος 2016 14:20

Τα λεφτά της σκύλας

Γράφτηκε από την

Άκουσέ με, λιγάκι, μη φύγεις έτσι, θέλω να ξέρεις. Να ξέρεις πως όλα ξεκίνησαν από τα λεφτά. Που δεν έχω. Κι από έναν άντρα. Που δεν έχω.

Νομίζω θυμάσαι πως θα ’ναι δέκα μήνες που μου χτύπησε το κουδούνι να συστηθούμε. Στον αέρα που έγινε όταν άνοιγα την πόρτα προσπάθησα αλλά δεν τα κατάφερα να μην τρεμοπαίξω τα μάτια. Ούτε το κοκκίνισμα απέφυγα, αν και έσκυψα στο σκυλάκι στα πόδια της να κρύψω τα ρούχα που πέφταν πάνω μου τσουβάλια, το ξεραμένο δέρμα μου, την ασουλουπωσιά. Τη ρίζα που ’χε κατέβει πέντε πόντους δεν την έκρυψα. Το ’νιωσα αμέσως, θα γινόμασταν φίλες, παρότι φαινομενικά διαφέραμε. Για να σου μιλήσω με αριθμούς, 33 χρονών εγώ, έμοιαζα με 43, 35 αυτή, έδειχνε για 28· αλλά, κυρίως, 1,57 και 78 κιλά εγώ, 1,78 και 57 κιλά αυτή. Τούτο το τελευταίο το θεώρησα σημαδιακό. Ταιριάζαμε.
Στην πορεία βέβαια μου αποκαλύφθηκαν κι άλλα για τη δύναμη των αριθμών. Όπως ότι καθάριζε 2.300 το μήνα συν παροχές και μπόνους -730 εγώ-, ή ότι το πεντάρι διαμέρισμα ήταν κληρονομιά από τη γιαγιά της, άρα δεν πλήρωνε μία –μια τρακοσάρα εγώ για το δυαράκι-, ή ότι τα τάδε παπούτσια στοίχισαν τόσο, αυτό το παντελόνι τόσο, αυτή η κρέμα προσώπου τόσο, η μάσκαρα και, ω γαμώτο, θέλει σέρβις τ’ αμάξι, πώς θα πάω εκδρομή στο Ναύπλιο, θα μου κρατήσεις τη σκυλίτσα μου; Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις…
Γίναμε φίλες, όντως. Ξέρεις, γυναικεία πράγματα, άντρες και εξομολογήσεις και τέτοια, αυτή να λέει, εγώ ν’ ακούω, όλα να μου τα λέει, όλα να τα μοιραζόμαστε. Μέχρι την περασμένη Παρασκευή, που ’πιασε η μεγάλη ζέστη.
Βγήκα βράδυ αργά ν’ απλώσω, πίσω, στο μπαλκονάκι της κουζίνας – θυμάσαι, τόσες φορές έχεις έρθει στο σπίτι. Από τότε που ’μεινε εκείνη εδώ, πάντα βράδυ απλώνω, δε θέλω να βλέπουν οι άλλοι τα ρούχα μου πλάι στα δικά της. Την ώρα που μες στην ησυχία της νύχτας κοίταζα μη μου πέσει το μανταλάκι κι ακουστεί, σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα δίπλα, στη γωνία που σχηματίζει η πολυκατοικία, τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα της κρεβατοκάμαράς της. Τινάχτηκα πίσω. Είχε αναμμένο το πορτατίφ και μέσα από την αντανάκλαση στο τζάμι είδα όλη τη σκηνή. Αυτή πεσμένη σαν σκύλα στα τέσσερα πάνω στο κρεβάτι κι ένας άντρας από πίσω της… Αυτό είμαι σίγουρη ότι το καταλαβαίνεις.
Πήρα όπως όπως τη λεκάνη με τα ρούχα και μπήκα πάλι μέσα. Αν κι έτρεμα ολόκληρη, έκλεισα την πόρτα όσο πιο απαλά μπορούσα κι αμέσως το φως. Έμεινα εκεί, όρθια στο σκοτάδι, με την πλάτη στην πόρτα, ακούγοντας την καρδιά μου να χτυπάει μες στ’ αφτιά. Καλά, δεν ντράπηκε καθόλου να έχει παράθυρο ανοιχτό μ’ αναμμένο το φως; Δε φοβήθηκε μην τη δει κανείς; Και πώς τα κατάφερε να κάνει ό,τι έκανε τόσο αθόρυβα, άηχα; Ή μήπως όλο αυτό ήταν μέρος του παιχνιδιού τους; Και πώς μπόρεσε να μου πει ψέματα; Όταν εγώ το απόγευμα της πρότεινα να έρθει να κάτσουμε το βράδυ μαζί, μου είπε πως δεν αισθάνεται πολύ καλά, την πονούσε είπε το στομάχι της, είχε ενοχλήσεις. Κι αυτός ο άντρας; Γιατί δε μου είπε κουβέντα γι’ αυτόν; Τόσο λίγο υπολόγιζε τη φιλία μας; Αλλά αυτός, ποιος ήταν αυτός;
Η εικόνα που είδα στιγμή δεν έφυγε από το μυαλό μου όλη νύχτα, κάνει κι αυτή τη ζέστη, μάτι δεν έκλεισα, ομορφιά μου. Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Για τι πράγμα μιλάω; Καταλαβαίνεις; Σκύλιασα! Αυτή να πηδιέται όλο χάρη έτσι τουρλόκωλα κι εγώ μια σκέτη τουρλοκώλα ανίκανη να βρεθώ σε μια τέτοια θέση, ανίκανη να πω κι εγώ ένα τέτοιο ψέμα! Το πρωί πήρα την απόφαση κι ένα κοτόπουλο. Μιάμιση μέρα το άφησα πάνω στον πάγκο της κουζίνας, μες στην κάψα, κι ύστερα το μαγείρεψα, όχι τελείως, φρόντισα να μείνει ελαφρώς ωμό. Το λιάνισα μετά, το καρύκεψα να κρύψω τη βρόμα, και Κυριακή βράδυ της χτύπησα την πόρτα. Έλα, της είπα, λίγο κοτοπουλάκι που σ’ αρέσει σου έφερα, να στρώσει το στομάχι σου. Η όψη της ήταν χάλια, αυτό μπορώ να σ’ το πω. Ποιος ξέρει πόσο θα σκυλοπηδιότανε όλο το Σαββατοκύριακο, σκέφτηκα. Αλλά πού να ’ξερα, πού να ’ξερα, γλυκιά μου… Πώς θα μπορούσα να προβλέψω…
Δυο μέρες σιωπή. Κι ύστερα, Τρίτη απόγευμα, με πήρε τηλέφωνο… σ’ το λέω, δεν μπορούσα να το προβλέψω… Αγνώριστη η φωνή της, μετά βίας έβγαινε, ήταν λέει στο νοσοκομείο, πάνω σε μια ίωση γαστρεντερίτιδας ήρθε καπάκι κι άλλη, σοβαρή, την ξετίναξε, οι γιατροί τής τα μασούσαν, φοβόταν για τη ζωή της, το ’νιωθε πως κινδυνεύει. Αλλά ούτε λέξη για σένα, κοριτσάκι μου, λέξη, ούτε που νοιάστηκε. Έτρεξα αμέσως, έφερα κλειδαρά, δε χρειάστηκε να πω και πολλά, πείστηκε εύκολα ότι το σπίτι ήταν δικό μου. Άνοιξε την πόρτα και τότε σε είδα, γλυκιά μου, ομορφιά μου, μέσα στους ίδιους σου τους εμετούς και τις ακαθαρσίες, μια μπόχα ανυπόφορη παντού, πεσμένη στο πλάι ήσουνα, τα μάτια σου θολά και κόκκινα, σχεδόν ακίνητη, το χέρι μου στο στόμα μη μου ανέβει η αναγούλα μαζί με τους λυγμούς, μια συντριβή για πρώτη φορά, «Κύριε», στράφηκα στον κλειδαρά, «κάντε κάτι, μια ζωή κινδυνεύει!»
Και τώρα εδώ, δίπλα σου, κοριτσάκι μου, εδώ στο κτηνιατρικό τραπέζι, ώρα σού μιλάω, αγαπούλα μου, και δεν ακούς πια, δε μ’ ακούς, ομορφιά μου, δε σε πρόλαβα, δυο μέρες ακόμη πάλεψες κι εσύ και ο γιατρός σου, του είπα «Κύριε, πληρώνω όσο όσο, σώστε τη», αλλά έφυγες για πάντα, αγάπη μου, για πάντα! Κι είχαμε τόσα κοινά οι δυο μας, τόσα να μας ενώνουν, την ίδια φυσική γκρίζα τρίχα, τη λαιμαργία μας, την ανάγκη κάποιος να μας φροντίσει, τη λαχτάρα για ένα αρσενικό, τον τρόπο που κουνιόταν τρεμουλιαστή η ουρά μας καθώς προχωρούσαμε, και τώρα σ’ έχασα, κοριτσάκι μου, σ’ έχασα και φταίει αυτή, που ούτε λέξη δεν είπε για σένα, δε νοιάστηκε… Αλλά εσύ, όπως κι εγώ, είσαι ανώτερη ύπαρξη, δεν κρατάς κακίες, τόσο αθώα και αφελής και εύπιστη που είσαι κι εσύ σαν και μένα, γι’ αυτό εκεί που τώρα θα πας μην της φερθείς άσχημα όταν τη δεις, μην της κρατήσεις κακία, εσύ μου μοιάζεις, όπως κι αν έχει, ό,τι κι αν έκανε, είναι η αφεντικίνα σου και…
Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ίσως καλύτερα που ήρθαν έτσι τα πράγματα. Πού θα ’βρισκα λεφτά να σε φροντίσω;