Παρασκευή, 24 Ιούνιος 2016 14:18

Συλλαβίζοντας το θάνατο – δύο εκδοχές

Γράφτηκε από την

(αφιερωμένο στην καλύτερη διπλανή που είχα ποτέ)

1

«Αποδεδειγμένα. Πεισιθάνατος. Νέκυια. Πώς γράφονται αυτά, επιμελήτρια; Πώς συλλαβίζονται;» Όταν σε γνώρισα συλλάβιζες τις λέξεις. Όταν σε σκότωνα γοήτευες με τις λέξεις. Σου ’δειξα το δρόμο και τον άνοιξες σε λεωφόρο. Σου ’μαθα τα πατήματα κι ανέβηκες το λόφο. Έγινα το γάλα που βούταγες το μπισκότο σου. Δημιούργημά μου, εντυπωσιακό. Ζήλια; Καμιά. Κάτι είχα πετύχει.
Κι ύστερα αυτό που μου ζήτησες. Πείραμα είπες, να δοκιμάσουμε τα όριά μας, ο τρόπος δικός σου, όπως θέλεις. Αν τα καταφέρεις θα το κάνεις βιβλίο, αν όχι θα το κάνω εγώ. Σοβαρολογούσες. Μου το ’πες πολλές φορές, το εννοούσες, με πίεσες, μ’ έφτασες στα όρια. Έπαιζες; Ποιος ξέρει, ποτέ δε μ’ έπεισαν οι λόγοι σου. Όμως αρρώστησα. Έτσι απλά για δοκιμή ν’ αφαιρέσω μια ζωή και να ζήσω μετά. Να σέρνω τις τύψεις μου, να τις μπολιάσω στο παιδί. Να με πιάσουν να με πάνε φυλακή, να μη με πιάσουν να κάνω φυλακή την ανάσα μου. Να τολμήσω και να αποτύχω. Έτσι απλά.
Μέχρι και την τελευταία στιγμή δίσταζα. Τα ’χα όμως υπολογισμένα, δεν μπορούσα να κάνω πίσω, δε γινόταν ν’ αποτύχω. Θυμάσαι πώς έγινε; Φύγαμε μαζί από την ταβέρνα, τρεις τη νύχτα, περπατούσαμε στο δρόμο, το ψαλίδι μέσα στην τσάντα μου, να χάνω τα λόγια μου και να τρέμω, σε ρώτησα κάτι για να μιλάς εσύ κι εγώ να ετοιμάζομαι, ανοίγω το φερμουάρ, τραντάζομαι ολόκληρη από το τρέμουλο, η καρδιά μου θα σπάσει, ο αέρας δε μου ’ναι αρκετός αλλά πρέπει να το κάνω, να μην αποτύχω, μια φορά στη ζωή μου να τελειώσω κάτι, να το φτάσω μέχρι τέλους και χέστηκα για το βιβλίο, πιάνω το ψαλίδι, κρύο, με καίει, έλα κάν’ το, κάν’ το επιτέλους, τώρα είναι η στιγμή, σ’ το ζήτησε, όχι ουρλιάζω αλλά δεν ακούγεται, όχι, έχει τρία παιδιά, μα σ’ το ζήτησε, μια ζωή μπροστά στην ιδέα που μένει, κάν’ το, τα μάτια να ψάχνουν μια κίνηση στο δρόμο κάποιος να περάσει, το κεφάλι δυο φορές μπρος πίσω μα κανείς, μιλάς μιλάς και χώνω την παγωμένη αιχμή μέσα στην πλάτη, ουρλιάζω ουρλιάζω κι ακούγεται παντού, το ψαλίδι στον κάδο, εσύ κάτω, βοήθεια βοήθεια, κόσμος, αστυνομία, νοσοκομείο, αυτοί οι νεαροί με τα μαύρα το κάνανε, δύο ήταν, φύγαν τρέχοντας, δεν ξέρω γιατί, αφήστε με δε θυμάμαι είμαι σε κατάσταση σοκ, ανακρίσεις, καταθέσεις, αφήστε με είμαι σε κατάσταση σοκ, συγγενείς, φίλοι, δε θυμάμαι είμαι σε κατάσταση σοκ… το σοκ που τόσο με βόλεψε κι ακόμα με βολεύει, το σοκ που θα κάνω καιρό να ξεπεράσω και όλους τους ξεγελώ, είμαι μάρτυρας εγκλήματος, δολοφόνησαν τη φίλη μου, δίπλα δίπλα καθόμασταν πριν από λίγο καιρό και τώρα θα έβγαζε βιβλίο, δε θα με πιάσουν, αφού δε μ’ έπιασαν δε θα με πιάσουν, τύψεις δεν έχω, έχω παιδί, τύψεις θ’ αποκτήσω άμα με πιάσουν, αν έχω τύψεις δε ζω…
Λύγισα. Πρώτη φορά, άλλη δε θα μου επιτρέψω. Πάρ’ το λουλούδι που σου έφερα, τόσο καιρό μαζί δε σε ρώτησα ποιο είν’ τ’ αγαπημένο σου. Γαρδένια σου ’φερα. Να, σ’ την αφήνω.


2

«Αποδεδειγμένα. Πεισιθάνατος. Νέκυια. Πώς γράφονται αυτά, επιμελήτρια; Πώς συλλαβίζονται;» Όταν σε γνώρισα συλλάβιζες τις λέξεις. Όταν σε σκότωνα δε βρήκες ούτε μία να με γοητεύσεις. Σου άξιζε λοιπόν.
Δεν το πίστευες, ε; Δεν το πίστευες ότι θα το τέλειωνα όταν με προκάλεσες. Πείραμα είπες, να δοκιμάσουμε τα όριά μας, ο τρόπος δικός σου, όπως θέλεις. Αν τα καταφέρεις θα το κάνεις βιβλίο, αν όχι θα το κάνω εγώ. Έπαιζες; Ποιος ξέρει, ποτέ δε μ’ έπεισαν οι λόγοι σου. Αλλά ποσώς μ’ ενδιαφέρει. Τι νόμιζες, ότι θ’ αρρώσταινα; Ότι δε θα μπορούσα να το κάνω έτσι απλά; Ότι θα δυσκολευόμουν να το πάρω απόφαση όταν το δίλημμα που έθεσες ήταν ή εσύ ή εγώ; Εγώ ό,τι αποφασίζω το ολοκληρώνω, το φτάνω μέχρι τέλους, το πετυχαίνω. Έτσι απλά.
Δε δίστασα ούτε καν την τελευταία στιγμή. Τα ’χα όλα υπολογισμένα, όλα θα λειτουργούσαν στην εντέλεια. Θυμάσαι πώς έγινε; Φύγαμε μαζί από την ταβέρνα, τρεις τη νύχτα, περπατούσαμε στο δρόμο, το ψαλίδι, ψαλίδι θα ήταν, τι άλλο, το κορίτσι του Β2 το έμπηξε στο χέρι του, η μάνα που σκότωσε το γιο το ’χε πίσω στο φιόγκο της, εγώ χύμα μέσα στην τσάντα μου, μιλούσα εγώ, κανονικά, δε νομίζω να κόμπιασα ενόσω ετοιμαζόμουν, ανοίγω το φερμουάρ, το χέρι μου τρέμει λιγάκι μου φαίνεται, στο άλλο μου χέρι το χαρτομάντιλο, η καρδιά μου χτυπάει δυνατά, δεν υπάρχει περίπτωση ν’ αποτύχω, χέστηκα για το βιβλίο, εδώ είναι ζήτημα αρχής, ο στόχος και μόνο ο στόχος, εξάλλου σ’ το ζήτησε, έχεις τα μέιλ της, πιάνω το ψαλίδι, έλα κάν’ το, τώρα είναι η στιγμή, έχει τρία παιδιά, θέλει λέει και τέταρτο, είναι τρελή, τρία παιδιά και να θέλει κι άλλο, εγώ ένα και δεν αντέχω, άκου τρία, έλα κάν’ το επιτέλους, τα μάτια ψάχνουν μια κίνηση στο δρόμο, λες να με πάρει κανένας χαμπάρι και να πάνε όλα στράφι, το κεφάλι δυο φορές μπρος πίσω μην είν’ κάνας ξέμπαρκος ή περνά κάνα αυτοκίνητο, μιλάω μιλάω και να, τώρα, χώνω το ψαλίδι κρατώντας το με το χαρτομάντιλο, πιέζω βαθιά, μου γλιστράει στη χούφτα αλλά το μπήγω βαθύτερα, ουρλιάζω ουρλιάζω, πώς θα μαζευτεί ο κόσμος να έρθει η αστυνομία, μισά πράγματα δεν αφήνω ποτέ, το ψαλίδι με το χαρτομάντιλο στον κάδο, εσύ κάτω, στους λεβέντες με τα μαύρα το φόρτωσα, δύο είπα ήτανε, τράβα βρες τους, εγώ έχω πάθει σοκ, τι ανακρίσεις και καταθέσεις, έχω πάθει σοκ, τόσο βολικό και μελετημένο, τίποτα στην τύχη του αλλιώς δεν πετυχαίνεις, σοκ λέμε, σοκ, δολοφόνησαν τη φίλη μου, δίπλα δίπλα καθόμασταν πριν από λίγο καιρό και τώρα θα έβγαζε βιβλίο, ποτέ δε θα με πιάσουν, αλλά και να με πιάσουν έχω τις αποδείξεις, έχω τα μέιλ σου, φόνος κατά παραγγελία, η δεύτερη φορά στα ελληνικά χρονικά, εγώ κι εκείνος ο φουκαράς με το λογοτεχνικό ονοματεπώνυμο και τη ρομαντική γλυκερόφατσα, πόσο να μείνω μέσα, είμαι μητέρα, έχω παιδί να μεγαλώσω…
Σκέφτηκα να σου φέρω μια γαρδένια, αλλά την ξέχασα σπίτι.