Παρασκευή, 27 Μάιος 2016 07:25

Φόνος

Γράφτηκε από τον

Με ψιθυριστή, σχεδόν, ευλάβεια έβγαλε κι αυτήν την νύχτα από την ντουλάπα την κόκκινη μίνι φούστα και τις μαύρες γόβες. Τα κοίταζε με ιδιαίτερη ανυπομονησία. Ούτε η ίδια δεν ήθελε να ακούσει τον εαυτό της, πόσο μάλλον να γίνει αντιληπτή στο υπόλοιπο σπίτι. Τότε, την άκουγε να λέει «Απόψε θα σου πω το πιο όμορφο παραμύθι του κόσμου, φτάνει να μείνεις δίπλα μου». Ήξερε, όμως, ότι είχε φτάσει κι απόψε η ώρα του λύκου. Δε χωρούσε άλλη αναβολή.

Τον είχε δει πρώτη φορά πριν τρία χρόνια, όταν ήταν δεκατριών χρονών. Άλλοτε ήταν ξανθός με αστραφτερά δόντια και φορούσε γκρι ή σκούρο μπλε κοστούμι και μιλούσε στο κινητό του. Κάποια πρωινά που τράβαγε την κουρτίνα διακριτικά, τον έβλεπε μελαχροινό και ιδρωμένο να τρέχει και μέσα από τα αθλητικά του φανελάκια να διαγράφεται το δυνατό και δασύτριχο στέρνο του. Άλλες φορές οδηγούσε φορτηγό, ίσως και μηχανάκι, την κοιτούσε έντονα και της έλεγε εκείνες τις άγνωστες κουβέντες που άκουγε στην τηλεόραση και δεν της δινόταν καμία εξήγηση για το τι μπορεί να σημαίνουν ακριβώς. Τότε αισθανόταν τα μάγουλά της να κοκκινίζουν και ένα ελαφρύ σφίξιμο ανάμεσα στα πόδια, αλλά όχι από φόβο. Αργά τα βράδια άνοιγε το παράθυρό της κι ερχόταν ο λύκος να ξαπλώσει δίπλα της. Την αγκάλιαζε τρυφερά, τη χάιδευε με την ανάσα του κι όταν εκείνο το σφίξιμο ανάμεσα στα πόδια γινόταν πιο έντονο, ακουγόταν η φωνή της «Έλα να σου πω ένα παραμύθι, μη με αφήνεις μόνη!». Τότε ο λύκος σηκωνόταν, της έκλεινε το γυαλιστερό του μάτι και χανόταν πίσω από την κουρτίνα του παραθύρου.
Πράγματι, εδώ και αρκετούς μήνες, την δελέαζε με ένα διαφορετικό παραμύθι κάθε βράδυ, τα οποία της φαίνονταν ίδια και δεν της έκαναν καμία εντύπωση. Το μόνο που πετύχαιναν ήταν να την χωρίζουν από τον λύκο. Εκείνη δεν μπορούσε να περπατήσει κανονικά, το σώμα της σχεδόν ακινητοποιημένο. Επίσης, έβλεπε θολά. Για τον λόγο αυτό φρόντιζε να καθαρίζει πολύ προσεχτικά τα γυαλιά της, μην τυχόν σπάσουν, και να τα αφήνει στο καθορισμένο σημείο που της είχε υποδείξει. Ταυτόχρονα σερβίριζε σε ένα μπολάκι γιαούρτι με εποχιακά φρούτα, διότι γνώριζε την αδυναμία της να μασήσει σκληρές τροφές, και το τοποθετούσε ακριβώς δίπλα στα γυαλιά της για να τα πάρει την ώρα που θεωρούσε κατάλληλη. Σπάνια, πλέον, εμφανιζόταν μπροστά σε άλλους, ακόμα και στην ίδια. Μόνο η φωνή της την προσανατόλιζε στο μέρος που πιθανόν βρισκόταν. Και πάντα ακουγόταν, όταν εμφανιζόταν μπροστά της ο λύκος.
Όσο για το αποψινό παραμύθι, θα την βοηθούσε να πει όχι μόνο το πιο όμορφο, αλλά και το πιο αληθινό που αφηγήθηκε ποτέ. Μόνο που οι λέξεις θα έβγαιναν και αυτή τη φορά από το στόμα σαν ένα γλυκό κι απαλό γλουγλούκισμα. Άναψε το κερί, κατευθύνθηκε στο σαλόνι αργά και σιωπηλά. Άκουσε τον ξερόβηχά της, ίσως και για τελευταία φορά,σκέφτηκε. Τη βρήκε. Στάθηκε μπροστά της. Έβαλε τα χέρια μέσα στη φωτογραφία κι πίεσε με όση δύναμη είχε τον ρυτιδιασμένο λαιμό της.

Κοκκινοσκουφίτσα 2016

Τελευταία άρθρα από τον/την Γιώργος Πολυχρονίου