Παρασκευή, 13 Μάιος 2016 08:16

Ου φονεύσεις

Γράφτηκε από την

Κάθε Πάσχα πηγαίνω... πήγαινα για εξομολόγηση. Πάντα δέκα μέρες πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα. Το ήξερε. Όλα τα χρόνια, κάθε τέτοια εποχή πήγαινα. Κάτι τόσο σημαντικό για μένα ήταν τόσο ασήμαντο γι αυτόν. Και το εκμεταλλευόταν κάθε φορά. Εγώ δεν το ήξερα.

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί πηγαίνω...πήγαινα μόνη μου. Εκείνος ήξερε. Όσο εγώ ήμουν εκεί, αυτός ... αλλού. Όλα τα χρόνια να ψάχνω το φως κι όμως ζούσα στο σκοτάδι. Δεν το ήξερα. Αλλά το έμαθα. Λίγο πριν πάω στην εξομολόγηση τα έμαθα όλα. Τα άκουσα όλα. Τα γόνατα μου λύγισαν, η ψυχή μου λύγισε. «Θα τον σκοτώσω», σκέφτηκα. Όχι, όχι. Ου φονεύσεις. Το ξέχασες; Σκέψου τι λες. Αυτός δεν σκεφτόταν όμως. Κάθε Πάσχα με σκότωνε. Πάσχα θα τον σκοτώσω κι εγώ...

Γιατί είναι τόσος κόσμος μαζεμένος; Ποιος είναι στο κουτί; Τι δουλειά έχει ο πάτερ εκεί; Μα πως; Κι αυτός; Πού είναι αυτός; Όχι, όχι δεν έπρεπε να είναι ο πάτερ εκεί μέσα! Το κεφάλι μου βουίζει. Τα χέρια μου πονάνε. Έβαλα πολύ δύναμη. Έσφιξα δυνατά το μαχαίρι. Ξανά και ξανά και ξανά...Τι έκανα; Πόσες φορές; Τα χέρια μου γέμισαν αίμα. Γιατί δεν είναι αυτός στο κουτί;

Ου φονεύσεις...

Θα είμαι...θα ήμουν εκεί όπως κάθε Πάσχα. Να μιλήσω, να ζητήσω το φως, να διώξω το σκοτάδι. Να ζητήσω συγχώρεση, να πιαστώ από κάπου. Αλλά δε με αφήνει...δε με άφησε. Αυτός δε με άφησε! Τυφλή από μίσος, οργή και θλίψη. Με το μαχαίρι σφιχτά στο χέρι μου, κρυμμένο στο μανίκι του παλτού μου.

Περιμένω...περίμενα τη σειρά μου όπως πάντα. Άνοιξε η πόρτα και τον είδα! Πρώτη φορά ήταν εκεί! Η απορία μου δεν βρήκε απάντηση. Δεν πρόλαβε. Προτού πει ο,τιδήποτε τον σκότωσα. Έσφιξα πιο πολύ το μαχαίρι, έπεσα με ορμή πάνω του...και τον σκότωσα. Ξανά και ξανά. Γιατί του άξιζε. Γιατί δε μου άξιζε. Κάθε φορά τέτοια εποχή ήταν χωρίς ντροπή με την άλλη. Ξανά και ξανά.

Δεν είδα όμως...

Τυφλή από μίσος, οργή και θλίψη... δεν είδα. Και τώρα ο πάτερ βρίσκεται εκεί μέσα κι εγώ δίπλα του δεμένη χειροπόδαρα λίγο πριν οδηγηθώ οριστικά στη φυλακή. Στην τιμωρία μου.
Εγώ τον άλλον ήθελα εκεί μέσα...Το δικό του τελευταίο Πάσχα έπρεπε να είναι...όχι του πάτερ...

Ήθελα εγώ να τον σκοτώσω αυτήν την φορά...

Κι όμως αυτός με σκότωσε πάλι, Πάσχα...ξανά.