Παρασκευή, 13 Μάιος 2016 07:16

Στο σκοτάδι

Γράφτηκε από την

Το σκυλί πλησίασε το σώμα που κειτόταν ανάμεσα στους θάμνους, μύρισε διστακτικά τριγύρω και αλύχτησε σιγανά προς το αφεντικό του. Ο άντρας γονάτισε και ψηλάφησε το νεκρό κορμί, πρώτα τα μαλλιά κι ύστερα το πρόσωπο ακουμπώντας απαλά το λαιμό. Προσπάθησε να φανταστεί πώς θα φαίνονταν τα σημάδια του στραγγαλισμού στο φως της μέρας. Τα χέρια του πασπάτεψαν πάλι το κεφάλι για να βεβαιωθεί πως το λευκό μαντήλι ήταν δεμένο σφιχτά γύρω από τα μάτια. Σηκώθηκε και τίναξε το παντελόνι του στα γόνατα, σφύριξε σιγανά στο σκυλί και γύρισε να φύγει κρατώντας το μπαστούνι του. Το αυτί του, εξασκημένο στους θορύβους, έπιασε ένα σούρσιμο στους θάμνους. Απόμεινε για μια στιγμή ακίνητος στο σκοτάδι μα ο θόρυβος δεν ακουγόταν πια. Αναποφάσιστος περίμενε λίγο κι ύστερα συνέχισε το δρόμο του αφήνοντας το σκύλο να τον οδηγήσει.

Όταν έφτασε σπίτι η νύχτα είχε προχωρήσει. Καθισμένος στο σκοτεινό δωμάτιο σκέφτηκε πάλι το θύμα του, πώς την παρέσυρε με το πρόσχημα της ανάγκης για βοήθεια. Ξαφνικά ένιωσε κουρασμένος. Τον εξουθένωνε αυτή η απαίσια ανάγκη που τον έσπρωξε να σκοτώσει απόψε τη νεαρή μητέρα που έτρεχε ανυποψίαστη στο πάρκο. Καραδοκούσε μέρες ώσπου να βρει την κατάλληλη στιγμή. Περίμενε υπομονετικά, ενώ φανταζόταν τα χέρια του γύρω απ’ το λαιμό της σαν το γατάκι που είχε πνίξει μικρός στην αυλή τους. Γύριζε κάθε μέρα σπίτι μαζί με το σκύλο και προσπαθούσε να το βγάλει απ’ το μυαλό του, να σβήσει από τη μνήμη του το βλέμμα της μάνας του όταν κατάλαβε τότε τι είχε κάνει, της μάνας που παρέμεινε τυφλή στα σημάδια κι αργότερα, όταν στα δεκαπέντε του επιτέθηκε σε κείνη τη συμμαθήτρια γραπώνοντάς την απ’ το λαιμό κι αυτή πρόλαβε να φωνάξει. Η μάνα του που αρνιόταν ν’ αντικρίσει κατάματα το σκοτάδι μέσα του μέχρι το τέλος της, λίγους μήνες πριν, όταν το ξέσπασμα που συγκρατούσε ως τότε κατέληξε στο αποψινό.

Ένιωσε το σκυλί να ξαπλώνει στα πόδια του και ν’ ακουμπά τη μουσούδα του στο πάτωμα. Η ησυχία τον τύλιξε. Δεν θα κρατούσε για πολύ, το ήξερε, γρήγορα θα ένιωθε την ανάγκη να το ξανακάνει. Δεν είχε τη δύναμη να το παλέψει μόνος του, ευχήθηκε να βρεθεί κάποιος να τον σταματήσει, να τον λυτρώσει. Ξαφνικά θυμήθηκε: εκείνος ο ήχος πίσω απ’ τους θάμνους.. ίσως κάποιος τον είδε. Μα ως το πρωί το πτώμα θα είχε ανακαλυφθεί. Το είχε αφήσει σε αρκετά εμφανές σημείο.

Σηκώθηκε αργά, έπιασε το λευκό μπαστούνι του και βάδισε προς το κρεβάτι. Όπου να ‘ναι ξημέρωνε.

(Ο Νόρμαν Φίνλεϊ, συνελήφθη οχτώ μήνες και τρία πτώματα γυναικών αργότερα κι ενώ η αστυνομία βρισκόταν στο σκοτάδι όλο αυτό το διάστημα με μόνο στοιχείο το γεγονός ότι τα θύματα, όλες νεαρές μητέρες, είχαν δεμένο ένα λευκό μαντήλι γύρω από τα μάτια. Στη σύλληψή του καθοριστικό ρόλο έπαιξε η επανεξέταση μιας μαρτυρίας από το βράδυ του πρώτου φόνου στο τηλεφωνικό κέντρο του αστυνομικού τμήματος. Ένας νεαρός είχε ισχυριστεί τότε πως είδε έναν άντρα δίπλα στο πτώμα και επέμενε ότι ήταν τυφλός).