Τρίτη, 05 Απρίλιος 2016 08:29

Οδεύοντας προς την ομαδική αυτοκτονία

Γράφτηκε από την

Μάλλον έχω αργήσει. Οι άλλοι θα έχουν ήδη φτάσει. Το κεφάλι μου είναι βαρύ, μια μόνιμη νύστα, όλα μαζί ανάκατα στο νου μου, θολά κι αυτός ο δρόμος ατέλειωτος και έρημος, δεν βλέπω άλλα αμάξια, τελευταίος θα’ μαι. Το τηλέφωνο, ξέχασα να το κλείσω, δεν θέλω τώρα κάποιον να με ενοχλήσει, πρέπει να συγκεντρωθώ. Θα ακούσω μουσική, τι μουσική, ξέρω, πού το βαλα εκείνο το CD, νάτο, my own personal Jesus.

Το παράθυρο φέρνει κρύο, δεν κλείνει καλά, τα πόδια μου παγώνουν και τα χέρια μου, ο λαιμός μου στεγνός, μια ναυτία. Ο φόβος.
Σταματάω απότομα στην άκρη, ανοίγω την πόρτα και κάνω εμετό πάνω στα παπούτσια μου. Ωραία, τώρα νιώθω καλύτερα. Ανοίγω το ντουλάπι και κατεβάζω δυο γουλιές ουίσκι. Εντάξει, είμαι έτοιμος. Άλλωστε οι δεύτερες σκέψεις δεν βοηθούν, έχω πάρει την απόφασή μου, όλοι την έχουμε πάρει. Ξεκίνα, θ’ αργήσεις, λέω, δε θέλεις ν’ αργήσεις. Τι στο διάολο, δε θα σε ψάξει και κανείς, κανείς δεν νοιάστηκε τόσο καιρό. Μόνο εκεί, μαζί μ’ αυτούς ένιωθες αποδεκτός. Γι’ αυτό έγινες μέλος της αίρεσης, όχι για την πίστη, για την ομάδα.
Κοιτάζω το ρολόι μου κι ύστερα το δρόμο. Ναι, σκέφτομαι, είναι η μόνη λύση, πρέπει να γίνει. Τέλος η δειλία.
Σκατά, πάλι ο πανικός, αρχίζω να τρέμω, νιώθω πάλι αναγούλα, σύνελθε, λέω, τι έπαθες, εσύ ήσουν σίγουρος, πιο σίγουρος από άλλους.
Πατάω γκάζι κι επιταχύνω. Βλέπω το κτίριο στο βάθος κι αμάξια τριγύρω. Κανείς δεν είναι έξω. Σίγουρα ήρθα τελευταίος. Πλησιάζω. Βλέπω φώτα στα παράθυρα και την πόρτα κλειστή. Θα ‘ναι όλοι πια εδώ. Μέσα από το κτίριο σιωπή. Λες να έγινε κιόλας; Όχι, όχι ακόμα.
Σβήνω τη μηχανή και κάθομαι με τα μάτια κλειστά. Βγες έξω, λέω, πρέπει να τους προλάβεις.
Βάζω το ένα χέρι στο χερούλι της πόρτας και το άλλο στο τηλέφωνο. Βγαίνω από το αυτοκίνητο αργά, με το τηλέφωνο στο χέρι. Δεν έχω άλλο χρόνο. Τώρα είναι η ώρα, λέω. Τώρα.