Δευτέρα, 14 Μάρτιος 2016 17:26

Συνάντηση

Γράφτηκε από την

Βρίσκομαι παρέα με τον εαυτό μου σε μια πόλη αμφιθεατρικά χτισμένη. Εγώ μωρό, ο εαυτός μου μεγάλη λίγο πριν τον θάνατο. Μου βγάζει τα παπούτσια που δεν φόρεσα ποτέ, φιλάω τις ρυτίδες της. Ανεβαίνουμε μια σκάλα για να βρεθούμε σε ένα σαλόνι. Στο  κέντρο  η μάνα μου- φωτιά και μας δροσίζει. Εγώ μεγαλώνω, γίνομαι έφηβη με φτερά. Ο εαυτός μου μικραίνει, μωρό που μπουσουλάει. Την ταΐζω λιωμένη τροφή , μού πλέκει την πρώτη κοτσίδα του έρωτα. Την παίρνω αγκαλιά για να κατεβούμε στην αυλή που ενώνει δυο σπίτια. Μου μαδάει τα φτερά. Σκαλοπάτι και φτερό .Γίνομαι γριά   στην αυλή, ο εαυτός μου μικρομάνα με τρία στήθη. Μου βρέχει το παξιμάδι να φάω, της βάφω τα μαλλιά  με  χρώμα χθεσινής εφηβείας. Πρέπει να πάμε στον αρχαίο ναό μα το σκάφος μας δεν έχει κάρβουνο. Φτάνουμε σε μια ταράτσα, ώριμη γυναίκα εγώ, πεντάχρονο κορίτσι που ζωγραφίζει τους τοίχους με το ουράνιο τόξο αυτή. Πετάμε στο φεγγάρι μα κι εκεί έχει τι ίδια σπίτια. Γυρίζουμε πίσω με ένα διπλό ποδήλατο, εγώ ερωτευμένη, εκείνη μόνη της.  Παρηγορεί τον πρώτο μου έρωτα στην αγκαλιά της εμπειρίας της. Δεν θα φτάσουμε ποτέ στον ναό, ίσως να μην καταφέρουμε να συναντηθούμε, μας  λέει η φλεγόμενη μάνα.

 -Ήρθε η στιγμή του θανάτου μου, της είπα.

-Και εγώ πρέπει να γεννηθώ, μου απάντησε.