Τρίτη, 08 Μάρτιος 2016 09:09

Η νύφη

Γράφτηκε από τον

Καθόμουν στον καναπέ του σπιτιού μου που σπίτι μου δεν ήταν και κάπνιζα με τα χέρια τρεμάμενα ένα στριφτό τσιγάρο, από κείνα που έχουν μια γεύση μπλε φυσώντας τον καπνό σε μακρόσυρτα τετράγωνα δαχτυλίδια. Κόσμος πολύς μπαινόβγαινε στο σαλόνι μου που σαλόνι μου δεν ήταν, μια νύφη αγνώριστη δίπλα μου έκλαιγε γιατί ο γαμπρός αύξησε τον αριθμό των καλεσμένων. Κοίταξα το παράθυρο χωρίς να μπορώ να καταλάβω αν ήταν μέρα ή νύχτα, σίγουρα όμως ήταν νωρίς. Η νύφη που ‘χε μάτια όμορφα, γαλανά και λαμπερά σαν το χυμό ροδάκινο μου έπιασε το χέρι και σηκωθήκαμε. Τότε είδα ότι όλοι αυτοί που ήταν στο σπίτι, όλοι ξένοι για μένα, βρίσκονταν τριγύρω μας και μας κοίταζαν χαμογελώντας. Ένας παπάς από πίσω μας που δεν άκουγα άρχισε να κλαίει διάφορους ψαλμούς και να μας ευλογεί. Ήμουν καλοντυμένος με κουστούμι και κράταγα μια ανθοδέσμη από βατόμουρα. Τότε με τρόμο κατάλαβα ότι ο γαμπρός πρέπει να ήταν ή εγώ ή ο παπάς. Όμως εκείνος δεν κρατούσε ανθοδέσμη.

 

Άρχισα να τρέχω πανικόβλητος και τα χέρια μου γέμισαν με αίμα μπορντό, αίμα σκοτωμένο αλλά δεν πονούσα πουθενά. Έτρεχα σ’ ένα έρημο και σκοτεινό δρόμο, τα άσπρο πουκάμισο έγινε κι αυτό μπορντό αλλά συνέχισα να τρέχω μέχρι που ο δρόμος τελείωσε στην άκρη ενός γκρεμού.  Τότε γύρισα το κεφάλι μου πίσω και είδα τη νύφη να φωνάζει «Δεν μ’ αγαπάς;»

«Πώς σου ‘ρθε πάλι αυτό;» αποκρίθηκα.