Σάββατο, 21 Μάιος 2016 09:29

Βαθύ κόκκινο

Γράφτηκε από τον

Η θάλασσα ήταν θολή, θολή και χάλκινη, μια λιμνάζουσα θάλασσα. Έβλεπα από πάνω της μαύρα πουλιά, έμοιαζαν να περιπολούν, ο ουρανός ξεβαμμένος. Καμιά άλλη κίνηση, τα πουλιά μόνο… κρα κρα κρα… και κάτι που θύμιζε σακί που κατρακυλούσε στα βότσαλα… ρρρρρρρρρρρρρρρ… ήταν το σώμα μου. Γιατί με σέρνει προς τα ’κει;

Έβλεπα τη σκεβρωμένη πλάτη του, άκουγα την αλυσίδα στον καρπό μου να τρίζει... τρζζζζζζζζζζζζζζ… τα δάχτυλά μου ανεβοκατέβαιναν σαν πεθαμένα, τα πόδια μου τρίβονταν ανάμεσα στα βότσαλα… ρρρρρρρρρρρρρρρρρ… ας είναι τουλάχιστον άσπρα… όχι, όχι, δεν ήταν.
Εκείνος τραβούσε την αλυσίδα που ήταν περασμένη και στο δικό του καρπό, στο άλλο του χέρι κάτι κρατούσε, δεν έβλεπα τι, ούτε ήξερα από πού ερχόμασταν. Δεν ξεχώριζα δρόμο πιο πίσω, δεν αισθανόμουν αχούς, ποδοβολητά, μόνο ομίχλη, ξεθωριασμένες σκιές και μια αχνή ιδέα μουσικής.
Γιαγιά μου είσαι εσύ;
Διώξε τα κακά όνειρα, γιαγιά, διώξ’ τα…
Όχι άσπρα, δεν ήταν. Είχαν όλα το χρώμα της άμμου, της ερήμου, της σκόνης· ο αέρας που έγδερνε τα μάγουλά μου, ο ήλιος που τσαλαβουτούσε στα μάτια μου, μερικά ξεβρασμένα κομμάτια από καρένες και κατάρτια, σκουριασμένες βίδες, ψοφίμια.
Ξαφνικά σταματήσαμε, η αλυσίδα δεν έτριζε πια. Εδώ με φέρνει λοιπόν. Όμως μπροστά μας ήταν μόνο ένας βράχος, ένας θεόρατος γυμνός βράχος μπηγμένος μέσα στη θάλασσα, ένας βράχος που έκλεινε τη θάλασσα. Ω, σίγουρα πονάει η θάλασσα, πώς θα πονάει. Εδώ μ’ έφερνε λοιπόν. Ή απλώς δεν υπήρχε πιο πέρα.
Κι είδα τότε στο άλλο του χέρι να κρατά μια παλιά βαλίτσα, μια κιτρινισμένη χαρτονένια βαλίτσα, όλα στο ίδιο χρώμα, όλα. Μέσα στη βαλίτσα κάτι ακουγόταν… τακ τακ τακ τακ… τα πουλιά συνεχώς πύκνωναν… κρα κρα κρα… τα πόδια μου όλο και χώνονταν στα βότσαλα… ρρρρρρρρρρρρρρ… βυθιζόμουν μέσα στη βαλτωμένη θάλασσα, στην κοιλιά μου πρέπει να άφριζε το ίδιο σίχαμα.
Εκείνος με το ελεύθερο χέρι του πάσχιζε ν’ ανοίξει τη βαλίτσα… τακ τακ τακ τακ… δεν τα κατάφερνε… τακ τακ τακ τακ… «Κράτα», μου είπε, «κι εσύ». Η φωνή του μου φάνηκε πώς αντήχησε από τη σκεβρωμένη πλάτη του –τα πουλιά από πάνω, το νερό ακίνητο, ο ήλιος στα μάτια μου– άνοιξα το στόμα κι άδειασα την κοιλιά μου, ώσπου… ώσπου δεν έμεινε τίποτα.
Τότε κράτησα τη βαλίτσα, εκείνος την άνοιξε κι εγώ είδα μέσα της. Κόκκινο σκούρο, σχεδόν βυσσινί. Τακ τακ τακ τακ τακ τακ τακ… Μια καρδιά. Τακ τακ τακ τακ τακ τακ τακ τακ τακ τακ τακ… Αυτό θέλει λοιπόν. Ήξερα πια, ήμουν σίγουρη πως εκείνο που ήθελε ήταν να πετάξει την καρδιά, να τη ρίξει μέσα σ’ αυτό το νερό, κάτω από αυτά τα πουλιά, ανάμεσα σ’ αυτά τ’ αρρωστιάρικα χρώματα.
Διώξ’ τα γιαγιά, διώξ’ τα, ξου ξου ξου…
Έβλεπα να μάς ενώνει η αλυσίδα, έβλεπα τον καθένα να κρατά με το ελεύθερο χέρι του μια πλευρά της βαλίτσα, να την τραβά προς τη δική του μεριά, παλεύαμε μ’ όλη τη φόρα των κορμιών μας, παλεύαμε, στη μέση η βαλίτσα, παλεύαμε, βαθύ κόκκινο, βυσσινί. Δεν άντεχα άλλο. Άνοιξα το στόμα κι άδειασα το στήθος μου. «Είν’ η καρδιά του», φώναξα, «η καρδιά του», φώναξα, «πώς μπορεί να ζήσει χωρίς την καρδιά του;», φώναξα, φώναξα.
Ώσπου δεν έμεινε τίποτε.
Πρώτη φορά άκουγα τη φωνή μου. Και την είδα τότε να διασχίζει γρήγορα όλο τον δρόμο προς τα πίσω, πιο πάνω απ’ τα κρωξίματα, μακριά απ’ τα σερνόμενα κουφάρια, πέρα απ’ την ομίχλη, στο φως. Μα ήταν αργά. Εσύ δεν βρισκόσουν πια εκεί.