Τρίτη, 14 Ιούνιος 2016 07:30

Που πήγες καρδιά μου;

Γράφτηκε από την

Όταν ήταν μικρή κοιμόταν με πιτζάμες, κάθε βράδυ σχολαστικά της φορούσαν πρώτα το φανελάκι, από πάνω την μπλούζα και ύστερα το παντελόνι-αν ήταν καλοκαίρι δεν της φορούσαν μπλούζα, στις μεγάλες ζέστες φορούσες σορτσάκι αντί για παντελόνι. Μεγαλώνοντας τις απέφευγε. Στην αρχή και όσο ακόμα έμενε στο πατρικό της ξεκίνησε να φοράει νυχτικιές, αργότερα τις έβγαλε και αυτές. Πολλοί εραστές πίστεψαν ότι ο γυμνός της ύπνος ήταν κομμάτι της ερωτικής πρόκλησης. Λίγοι φοβήθηκαν ότι θα κρυώσει. Ακόμα λιγότεροι κατάλαβαν ότι σε αντίθεση με τον τσαπατσούλικο τρόπο ζωής της, ο χωρίς πιτζάμες ύπνος συνέβαινε βάση απαιτήσεων για την απόλυτη καθαριότητα στον ύπνο. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι σπάνια κοιμόταν με άλλους στο δωμάτιο της, ελάχιστοι το είχαν δει. Ήταν στην άκρη του σπιτιού, στο πίσω μέρος και για να μπεις έπρεπε να ήσουν σίγουρα καθαρισμένος. Συνήθως για να μπει η ίδια σε αυτό έβγαζε τα ρούχα της στην πόρτα για να μην μεταφερθούν μικρόβια- αυτό τις φορές που δεν πήγαινε για ύπνο κατευθείαν μετά το μπάνιο της. Λόγο αυτής της μανίας τα σεντόνια ήταν άσπρα, όπως και το πάπλωμα, ενώ η ντουλάπα βρισκόταν στον διάδρομο. Προφανώς η βιβλιοθήκη ήταν στο σαλόνι- με απίστευτους τόνους σκόνης και ακαταστασίας εντός της, εκτός από βιβλία.

Το πρωί που συνέβησαν όλα ξύπνησε βλέποντας το αριστερό χέρι της βαμμένο κόκκινο-λίγο όχι πολύ στα δάχτυλα. Απόρησε μιας και τίποτα δεν μπορούσε να βάψει το χέρι της. Καμία μπογιά δεν υπήρχε στο δωμάτιο ή στο κρεβάτι. Δεν χρειάστηκε πολύ ώρα για τα συνειδητοποιήσει ότι η ανύπαρκτη μπογιά μύριζε απροσδιόριστα γλυκά. Η μυρωδιά την ζάλιζε και ένας ανεπαίσθητος ήχος την ενοχλούσε. Προσπάθησε να δει από πού ερχόταν ο ήχος και καθώς ανασηκώθηκε είδε την καρδία της ακουμπημένη δίπλα. Πετάχτηκε από το κρεβάτι και στάθηκε όρθια. Ξεκίνησε να ουρλιάζει. Δυνατά και πιο δυνατά. Κοίταξε μια το στήθος της και μια την καρδία της. Δεν υπήρχε κάποιο κόψιμο ή τραύμα. Όλα έδειχνα κανονικά. Πλησίασε στην καρδία η όποια δημιουργούσε έναν κόκκινο λεκέ στο άσπρο σεντόνι. Μύριζε και αυτή ζάχαρη, κανένα ίχνος αίματος. Την άγγιξε και ένιωσε το άγγιγμα μέσα της, στην κανονική θέση της καρδίας. Δεν ήταν ένα ενοχλητικό άγγιγμα όμως, και ας έφερε μια μικρή ανατριχίλα. Ξανά ούρλιαξε. Είχε πια πονοκέφαλο από τι φωνές. Έπρεπε όμως να σκεφτεί καθαρά, δεν ήταν δυνατών να βλέπει την καρδία της.
Δεν υπήρξε κανένα πρωινό που να αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα χωρίς καφέ. Πήρε την καρδία στα χέρια της και πήγε στην κουζίνα. Καθώς έβαζε καφέ στο φίλτρο σκέφτηκε ότι ίσως έκανε κάτι στο ύπνο της. Ίσως είχε δει κάποιο όνειρο που τώρα δεν θυμόταν αλλά κατά την διάρκεια του οποίου είχε αφαιρέσει την καρδία της μόνη της. Μέχρι να γίνει ο καφές, τηλεφώνησε στην καλύτερή της φίλη- γιατρός στο επάγγελμα- να ζητήσει βοήθεια. Δεν της είπε από την αρχή τι την χρειάζεται, πώς να το πει; Τι να πει;
«Η καρδία μου βγήκε, δεν της άρεσε πια εκεί και αποχώρησε.»


Στην μισή ώρα, είχε ξεπλύνει εύκολα στο χέρι της από το χρώμα- σίγουρα χρώμα και όχι αίμα, μάλλον περισσότερο με χρώμα ζαχαροπλαστικής έμοιαζε- , η καρδία χτυπούσε συνεχώς- σε φυσιολογικά επίπεδα χωρίς εμφανή επίδραση καφέ ή τσιγάρου- και εκείνη είχε ντυθεί. Όταν η φίλη της μπήκε μέσα, Κωνσταντίνα στο όνομα, από την καρδία έφυγε ένα κομμάτι. Η Κωνσταντίνα , χωρίς να το δει αυτό, αναφώναξε:
- Και εγώ σ’ αγαπώ πολύ!
Ταυτόχρονα και η ίδια είχε νιώσει ένα κενό. Γλυκό κενό, όπως τότε που την αποχαιρετούσε στο αεροδρόμιο.
Της έδειξε την καρδία τοποθετημένη σε ένα πιάτο- από τα πιο αγαπημένα της- πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού ανάμεσα από τασάκια και μισοδιαβασμένα βιβλία. Ούτε η Κωνσταντίνα είχε καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για την καρδία της. Μίση ώρα ,όμως, γύρναγε γύρω-γύρω από το τραπεζάκι.
«Δεν είναι δυνατόν, δεν είναι δυνατόν.Σίγουρα αισθάνεσαι , καλά;»
Εξετάζοντάς της όμως, δεν βρήκε κάποιο σωματικό πρόβλημα. Αποφάσισαν να πάνε στο νοσοκομείο. Δεν χρειαζόταν να καλέσουν ασθενοφόρο , το ζήτημα είναι πως θα μετέφεραν την καρδία.
Στην αρχή σκέφτηκαν να την πάνε έτσι με το πιάτο , άλλα μάλλον θα σκονιζόταν. Αποφάσισαν λοιπόν να την βάλουν σε ένα τάπερ. Φαινόταν όμως σαν μεγάλο σουτζουκάκι και έτσι την έκλεισαν μέσα στο αεροστεγές βάζο που συνήθως φύλαγε τα μπισκότα. Η τοποθέτηση της καρδίας στο βάζο την έκανε να νοιώθει περισσότερο ασφαλείς άλλα λιγότερο ανοιχτή στην επικοινωνίας της με τον κόσμο.
Στο δρόμο με για το νοσοκομείο τηλεφώνησε στους γονείς της, δεν είπε ολόκληρο το πρόβλημα για να μην τους ανησυχήσει. Στα δύο αυτά τηλεφωνήματα- παιδί χωρισμένων γονιών- άλλα δύο κομμάτια έφυγαν από την καρδία. Μάλιστα μετά το πρώτο τηλεφώνημα άνοιξε το καπάκι του αεροστεγούς βάζου, γνωρίζοντας πως η καρδία θα δώσει αυτό που θέλει είτε είναι κλειστή είτε όχι- στην δεύτερη περίπτωση ευκολότερα.
Στο νοσοκομείο οι γιατροί δεν βρήκαν κάποιο πρόβλημα. Όλα δούλευαν κανονικά, ακόμα και η τρεις φορές κομμένη καρδία. Προβληματίστηκαν τρία τέταρτα γύρω από το ζήτημα των χαμένων κομματιών , τα όποια όχι μόνο αποκόβονταν αλλά εξαφανίζονταν , καταλήγοντας ότι αφού δουλεύει δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Την έβαλαν μάλιστα να σκέφτεται ανθρώπους που αγαπούσε και κάθε φόρα έφευγε ένα ακόμα κομμάτι-πότε όμως η καρδία δεν έδειχνε να τελειώνει. Τελικά την έστειλαν σπίτι της.