Σάββατο, 21 Μάιος 2016 09:45

Ακίνητη

Γράφτηκε από την

Όταν ξύπνησα εκείνο το πρωί, με κλειστά ακόμη τα μάτια, άκουσα τις ομιλίες απ’ την κουζίνα. Δεν ήθελα να δω κανέναν απ’ όσους θα μας επισκέπτονταν σήμερα, να δίνω εξηγήσεις για τη διάθεσή μου, τις σιωπές μου, ήθελα να γυρίσω πλευρό, να κουκουλωθώ ως πάνω και να μείνω ακίνητη.

Τότε είναι που διαπίστωσα πως δεν μπορούσα να σηκωθώ ούτε να κινηθώ. Άνοιξα τα μάτια τρομαγμένη και κοίταξα τον εαυτό μου. Δεν ήμουν στο κρεβάτι μου. Στεκόμουν όρθια στη μέση του δωματίου. Το νυχτικό μου, το δέρμα μου, τα μαλλιά μου ήταν γκρίζα, όπως οι πέτρες. «Βλέπω όνειρο», είπα από μέσα μου, ξανακλείνοντας τα μάτια. Τότε το συνειδητοποίησα. «Δεν βλέπω όνειρο, είμαι άγαλμα, άγαλμα», σκέφτηκα πανικόβλητη, «δεν μπορώ να κινηθώ», ούρλιαξα κι αμέσως κατάλαβα πως δεν έχω φωνή. Τα πόδια μου βαριά, το σώμα μου γκρίζα πέτρα. Προσπάθησα να κινήσω πρώτα τα χέρια μου, ύστερα ν’ ανασηκώσω τα πόδια μου απ’ το έδαφος. Τίποτα δεν συνέβη. «Κάποιος θ’ ανοίξει την πόρτα του δωματίου, αν δουν πως αργώ να ξυπνήσω», σκέφτηκα, «θα περιμένω». Και τότε άρχισα να τρομοκρατούμαι στην ιδέα του τι θα γίνει μόλις με αντικρίσουν. «Κι αν δεν καταλάβουν πως είμαι εγώ; Αν νομίζουν πως έφυγα, χάθηκα; Και το άγαλμα στη μέση του δωματίου πώς θα το δικαιολογήσουν; Μη φοβάσαι, μη φοβάσαι», επαναλάμβανα στο εαυτό μου όσο περίμενα.
Μετά από λίγο άκουσα τη φωνή του άντρα μου. «Έλα, σήκω, ο μικρός ξύπνησε κι έχουν έρθει κι οι δικοί σου», είπε πριν ανοίξει τελείως την πόρτα.
Με κοίταξε για μια στιγμή απορημένος, μισόκλεισε τα μάτια του όπως όταν τον ενοχλούσε ο ήλιος κι αμέσως μετά είδα ότι κατάλαβε, «είσαι εσύ», μου μίλησε ήρεμα σαν να μην ήθελε να με ταράξει, «πρέπει να ‘σαι τρομαγμένη, μπορείς να μιλήσεις; τι λέω, δεν μπορείς, ακούς τουλάχιστον, βλέπεις, πρέπει να βλέπεις, όλα θα πάνε καλά, στο υπόσχομαι, αρκεί να είσαι ήρεμη», μου έλεγε, για να πείσει και τον εαυτό του να παραμείνει ψύχραιμος. «Τώρα θα φωνάξω και τους άλλους, εντάξει;», με ρωτά, «το παιδί», σκέφτομαι, «μην ανησυχείς», μου λέει σαν να κατάλαβε τη σκέψη μου, «θα του τα εξηγήσω όλα». «Σ’ αγαπώ», λέω από μέσα μου, «σ’ αγαπώ» μου λέει χαϊδεύοντας τα πέτρινα μαλλιά μου.
Κι ύστερα από λίγο στέκονται όλοι μπροστά στην πόρτα παγωμένοι, πιο παγωμένοι κι από μένα, με κοιτούν έντρομοι, βλέμματα απορίας κι ύστερα πανικού, αποτραβιούνται, «είμαι εγώ», σκέφτομαι απελπισμένη, «δεν το βλέπετε;».
- Μαμά, φωνάζει πρώτος ο γιος μου σπάζοντας τη σιωπή και κάνει να τρέξει προς το μέρος μου.
- Μη! του φωνάζει η μάνα μου προσπαθώντας να τον εμποδίσει μα αυτός της ξεφεύγει και μ’ αγκαλιάζει. Συγκινούμαι, θέλω να τον αγκαλιάσω κι εγώ, να του πω πως τον λατρεύω. Τώρα όλοι κοιτούν το παιδί και ξεφυσούν ανακουφισμένοι μόλις βλέπουν ότι δεν έπαθε τίποτα που με πλησίασε και μ’ αγκάλιασε.
Οι υπόλοιποι ακολουθούν δειλά, με πλησιάζουν, με αγγίζουν, ο πατέρας μου ξέρει ότι είμαι εγώ μα διστάζει ακόμα, τριγυρίζει γύρω μου άσκοπα. Θέλει κάτι να κάνει, να με βοηθήσει, δεν ξέρει τι. Μόνο η μάνα μου δεν μπορεί να συνέρθει από το σοκ, αρνείται ακόμα να το πιστέψει, η λογική της δεν υπακούει εύκολα σ’ αυτή την καινούρια πραγματικότητα, κλωθογυρίζει στο μυαλό της πώς θα το παρουσιάσει στον έξω κόσμο, δεν μπορούν δα κι όλοι οι ξένοι να καταλάβουν αυτό που μας έτυχε, αλλά αμέσως μετά το πρακτικό μυαλό της υπερισχύει. «Να τη βάλουμε σ’ ένα βάθρο» λέει, «κάπου ψηλά, να τη βλέπουμε όλοι και να μας βλέπει όλους, μην τη σπάσουμε κατά λάθος» και πώς θα κάνω σκούπα με το άγαλμα μες στη μέση, είμαι σίγουρη πως σκέφτηκε αμέσως μετά, μα ξέρω πως μ’ αγαπάει, άγαλμα ή όχι.
Κι από τότε παραμένω στο βάθρο και το παιδί κι ο άντρας μου ζουν μαζί μου σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα, κι όταν έρχονται οι δικοί μου μού μιλούν κι αυτοί, η μάνα μου με ξεσκονίζει που και που όταν δεν την βλέπουν, κι εγώ ελπίζω μια μέρα να πάρουν πάλι χρώμα τα ρούχα μου, το δέρμα μου, τα μαλλιά μου και να πάψω να είμαι άγαλμα.