Πέμπτη, 31 Μάρτιος 2016 07:06

Εορταστικό δείπνο

Γράφτηκε από τον

Είναι πολλές οι στιγμές που προσπαθώ να καταλάβω τον πατέρα μου. Μέσα σε διάστημα ενάμιση χρόνου έχασε τη μητέρα του, δηλαδή τη γιαγιά μου και τη σύζυγό του, δηλαδή τη μητέρα μου. Καπετάνιος που είναι αντιμετωπίζει το κάθε γεγονός σαν ένα κύμα που προσκρούει στο καράβι, φεύγει και ακολουθεί το επόμενο. Αυτό τουλάχιστον θέλω εγώ να πιστεύω, γιατί μέχρι στιγμής δεν αντιλήφθηκα κάποιο αξιοσημείωτο ξέσπασμα. Κάτι που θα έκανε ορατά τα σημάδια της λύπης του. Ύστερα από δύο κηδείες και κάποια μνημόσυνα συνέχιζε το καθημερινό του πρόγραμμα κανονικά. Με τον γνωστό μειλήχιο τρόπο του απαντούσε στο τηλέφωνο και μιλούσε με τις ώρες με διάφορους συγγενείς. Χαιρετούσε τους μαγαζάτορες της γειτονιάς και κουβεντιάζανε για τις αναδουλειές τους τα πρώτα χρόνια της κρίσης. Και το κυριότερο, ακόμα προσπαθούσε να νουθετήσει εμένα και τον αδελφό μου παρόλο που είχαν περάσει τουλάχιστον δέκα χρόνια από την ενηλικίωσή μας.

Κατά τα άλλα, η ζωή και η συγκατοίκηση των τριών μας συνεχίστηκε ομαλά τα επόμενα χρόνια. Το σπίτι μας μετατράπηκε σε ένα καθαρά ανδροκρατούμενο περιβάλλον που έμοιαζε με στρατώνα. Προσπαθούσαμε να είμαστε αυτάρκεις, να μην επιβαρρύνουμε αλλήλους με μικρές ατασταλίες, καθώς απουσίαζε το γυναικείο χέρι που θα μπορούσε με ένα άγγιγμά του να τα επαναφέρει όλα στη θέση τους. Και το κυριότερο, επειδή ο πατέρας μου ήθελε να το σπίτι να διατηρείται σε υψηλά επίπεδα ευπρέπειας καταρτίζαμε πρόγραμμα με τις οικιακές εργασίες του καθενός ανά εβδομάδα. Τα γεύματά μας, σχεδόν εργένικα, έγιναν λιτά χωρίς ιδιαίτερες γαστρονομικές υπερβάσεις, αλλά και χωρίς να εκπίπτουν γευστικά. Οι μεγάλες συνεστιάσεις και τα πάρτυ σταμάτησαν απότομα. Τις μεγάλες γιορτές ο καθένας φρόντιζε εντελώς συμπτωματικά να τις περνάει μεμονωμένα. Ειδάλλως, στην καλύτερη περίπτωση ήμασταν καλεσμένοι σε κοντινούς συγγενείς.

Φτάνοντας στην παραμονή Πρωτοχρονιάς του τρέχοντος έτους καθόμουν το απόγευμα μπροστά στην τηλεόραση με το πρωτοχρονιάτικο κρατικό λαχείο στο χέρι περιμένοντας τα αποτελέσματα της κλήρωσης. Ήταν μία από τις αγαπημένες συνήθειες που είχαμε καθιερώσει με τη γιαγιά μου. Πάντα με έστελνε να αγοράσω δύο λαχεία, ένα για εκείνη και το άλλο για μένα, με απόλυτη μυστικότητα για λόγους που ποτέ δεν κατάλαβα.

«Ακόμα το αγοράζεις; Στημένες είναι αυτές οι κληρώσεις, να το ξέρεις!», έθιξε το ζήτημα του κρυφού λαχείου ο πατέρας μου για πρώτη φορά ύστερα από τόσα χρόνια

«Δεν περιμένω να κερδίσω!», απάντησα μισοέκπληκτος.

«Θυμάμαι κάθε τέτοια μέρα που άκουγα την πόρτα να ανοίγει σιγά σιγά το μεσημέρι, να λείπουν πεντακόσιες δραχμές από το συρτάρι της τραπεζαρίας και τη μεθεπόμενη μέρα να επιστρέφουν ως δια μαγείας διπλά και τριπλά.»

«Ώστε γνώριζες, πονηρούλη...»

«Φυσικά! Η μάνα σου μού άνοιξε τα μάτια από την πρώτη κιόλας χρονιά που συνέβη αυτό! Από τότε είχαμε το νου μας και γελούσαμε μαζί σας». Σωπαίνει για λίγα δευτερόλεπτα και με ρωτάει «Σου λείπει;»

«Και οι δύο μου λείπουν. Ξέρεις...Ποτέ δεν έτυχε να μιλήσουμε για την απώλειά τους, ειδικά της μαμάς... Για αυτά που νιώθουμε. Γιατί να τα κρατάμε μέσα μας; Αν μίλαγες πρώτος εσύ...Σε μας... Κι εμείς με τη σειρά μας...Τελοσπάντων, είναι θέμα εκτόνωσης, διαχείρισης, επικοινωνίας! Πώς να στο πω, δε βρίσκω την κατάλληλη λέξη! Εσένα δε σου λείπουν ;»

«Αφάνταστα! Ειδικά η μάνα σου... Τέτοια μέρα δε θυμάσαι τι γινόταν εδώ; Κόσμος, ετοιμασίες, πράματα, θάματα!»

«Και τώρα μπορούν να γίνουν, αρκετά κλειστήκαμε στο καβούκι μας!»

«Δεν είναι το ίδιο χωρίς εκείνη ύστερα από τριάντα χρόνια, δεν το καταλαβαίνεις;», απάντησε και μου έπιασε το χέρι.

«Ααα Χρρρρρ! Αααα Χρρρρρ! Ααα χρρρρ!»

«Γιατί κάνει σαν χαλασμένο καζανάκι ο αδερφός σου όταν κοιμάται; Και γιατί κοιμάται ακόμα;»

«Μα, δεν ακούγεται από το δωμάτιο του Παντελή. Από αυτό το δωμάτιο ακούγεται!»

«Χρρρ!Φτουυυ!»

«Ποιος έφτυσε τώρα;Ποιος είναι εκεί μέσα;» απορήσαμε ταυτόχρονα. Τότε ακούστηκε ένα σούρσιμο παντόφλας με αερόσολα κι έπειτα το τρίξιμο της πόρτας.

«Ουφ! Μάτι δεν έκλεισα πάλι. Σα να εκρύωνα, πολλή παγωνιά. Εστριφογύριζα συνέχεια. Πάω να νιφτώ κι έρχομαι να τα ειπούμε» , είπε η γιαγιά μου με ανασηκωμένο μαλλί από το μαξιλάρι και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Καθώς προχωρούσε, φοβήθηκα μήπως οι παντόφλες της μυστηριώδους αυτής ύπαρξης μπλεχτούν στα κρόσια του χαλιού και πέσει κάτω, λες και ήταν αυτός ο μοναδικός μου φόβος εκείνη τη στιγμή.

«Ξέρω εγώ. Είδα, είδα!» Μου απάντησε με πονηρό βλέμμα.Ήταν μάλλον η δικιά μας ώρα να παγώσουμε. Κοιταζόμασταν άλαλοι με τον πατέρα μου. «Έναν καφέ να μην πιω κι εγώ!» είπε η γιαγιά μου βγαίνοντας από την τουαλέτα. «Λοιπόν, Γιωργάκη, εκερδίσαμε φέτος;». Εκείνη την ώρα εισέβαλε κυριολεκτικά στο δωμάτιο ο αδερφός μου γκαρίζοντας

«Δεν έχω ένα σώβρακο να βάλω γαμώ την που...»

«Φόρα μια κυλότα!» του έκοψε τη φόρα η γιαγιά μου με το προσφιλές αφοπλιστικό της χιούμορ κι άρχισε να ρουφάει τον καφέ που της είχε ακουμπήσει στο τραπεζάκι ο πατέρας μου. Ο αδερφός μου εντελώς απροετοίμαστος για μια τέτοια συνάντηση έμεινε αποσβολωμένος.

«Τι με κοιτάζεις σα χάνος; Κάτσε κάτω! Έχω να σε ιδώ χρόνια και ζαμάνια!», κάλυψε το κενό της αμηχανίας η γιαγιά μου.

«Δε σου είπα όλα τα άπλυτά σου να τα βάλεις στο πλυντήριο; Γιατί δε με ακούτε εδώ μέσα;»
Τότε ήταν που τα ΄χασα εντελώς. Δεν την είχα ξαναδεί πιο όμορφη πιο λαμπερή, παρόλο που ήταν άβαφτη. Η φωνή της τόσο στέρεη, αποφασιστική και συγχρόνως τόσο γλυκειά. Οι ανταύγειες που είχε κάνει στα μαλλιά της πριν εφτά χρόνια της φώτιζαν τόσο πολύ το πρόσωπο που κάθε είδος μέικ απ ήταν απλά περιττό. Είχε βάλει ένα λευκό κρεμ μεσάτο φόρεμα που κολάκευε την κομψή σιλουέτα της, ερχόταν σε απόλυτη συμμετρία με το οβάλ πρόσωπό της και αναδείκνυε τα κατακόκκινα χείλη της. Τα χρυσά κοσμήματα έκαναν τη μορφή της να αστράφτει κυριολεκτικά. Τα χέρια της έδειχναν τόσο απαλά και λεπτά, κρινένια θα τολμούσε να πει κανείς.

«Αχ, τι θα γινόσασταν χωρίς εμένα, ήθελα να ’ξερα; Χρόνη πού είσαι;» φώναξε και κατευθύνθηκε στην κουζίνα.
Εγώ δεν ήξερα ποιον να πρωτοσκεφτώ εκείνη την ώρα. Ο αδερφός μου τραύλιζε εξαιτίας των δύο απανωτών συναπαντημάτων, η γιαγιά μου χαρακτήρισε τον καφέ ως «νερομπλούκι» και ζητούσε άλλον και ο πατέρας μου θα ερχόταν σύντομα πρόσωπο με πρόσωπο με τη μητέρα μου!

«Άντε, ντυθείτε κι ελάτε να στρώσουμε το τραπέζι! Μη μας βρει ο καινούριος χρόνος νηστικούς και ατημέλητους!» διέταξε χαρούμενος ο πατέρας μου ύστερα από λίγα λεπτά προς μεγάλη μου ανακούφιση.
Μέσα σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα τα πάντα είχαν ετοιμαστεί στην εντέλεια. Ένα εορταστικό δείπνο , όπως ακριβώς το θυμόμουν μέχρι και την προηγούμενη δεκαετία. Κατάλευκο τραπεζομάντηλο, αναμένα κεριά, πορσελάνινα πιάτα και όλες αυτές οι πρωτοχρονιάτικες κοινοτυπίες που κατά βάθος μου είχαν λείψει τα τελευταία χρόνια. «Και τι καταλάβαμε που φάγαμε;» βαριαναστέναξε η γιαγιά μου αφού καταβρόχθισε και τρίτη μερίδα γαριδομακαρονάδας. «Ήρθε η ώρα για χορό!» αναφώνησε ο πατέρας μου. Ζήτησε το χέρι της μητέρας μου και άρχισαν να λικνίζονται στους ρυθμούς του αγαπημένου τους βαλς. Ντιμίτρι Σοστακόβιτς, βαλς νούμερο 2.

Τελευταία άρθρα από τον/την Γιώργος Πολυχρονίου