Άντα Κασαπάκη

Δευτέρα, 13 Φεβρουάριος 2017 10:49

Μια βραδιά στο Λούκι

Μαρία, θέλω να σε ρωτήσω κάτι, εσύ που ξέρεις περισσότερα, αλλά πρώτα να σου πω ότι το βιβλίο θα το παραδώσω αύριο γιατί την πάτησα. Ξανά. Άκου πώς έγινε.

Παρασκευή, 24 Ιούνιος 2016 14:20

Τα λεφτά της σκύλας

Άκουσέ με, λιγάκι, μη φύγεις έτσι, θέλω να ξέρεις. Να ξέρεις πως όλα ξεκίνησαν από τα λεφτά. Που δεν έχω. Κι από έναν άντρα. Που δεν έχω.

Παρασκευή, 24 Ιούνιος 2016 14:18

Συλλαβίζοντας το θάνατο – δύο εκδοχές

(αφιερωμένο στην καλύτερη διπλανή που είχα ποτέ)

1

«Αποδεδειγμένα. Πεισιθάνατος. Νέκυια. Πώς γράφονται αυτά, επιμελήτρια; Πώς συλλαβίζονται;» Όταν σε γνώρισα συλλάβιζες τις λέξεις. Όταν σε σκότωνα γοήτευες με τις λέξεις. Σου ’δειξα το δρόμο και τον άνοιξες σε λεωφόρο. Σου ’μαθα τα πατήματα κι ανέβηκες το λόφο. Έγινα το γάλα που βούταγες το μπισκότο σου. Δημιούργημά μου, εντυπωσιακό. Ζήλια; Καμιά. Κάτι είχα πετύχει.
Κι ύστερα αυτό που μου ζήτησες. Πείραμα είπες, να δοκιμάσουμε τα όριά μας, ο τρόπος δικός σου, όπως θέλεις. Αν τα καταφέρεις θα το κάνεις βιβλίο, αν όχι θα το κάνω εγώ. Σοβαρολογούσες. Μου το ’πες πολλές φορές, το εννοούσες, με πίεσες, μ’ έφτασες στα όρια. Έπαιζες; Ποιος ξέρει, ποτέ δε μ’ έπεισαν οι λόγοι σου. Όμως αρρώστησα. Έτσι απλά για δοκιμή ν’ αφαιρέσω μια ζωή και να ζήσω μετά. Να σέρνω τις τύψεις μου, να τις μπολιάσω στο παιδί. Να με πιάσουν να με πάνε φυλακή, να μη με πιάσουν να κάνω φυλακή την ανάσα μου. Να τολμήσω και να αποτύχω. Έτσι απλά.
Μέχρι και την τελευταία στιγμή δίσταζα. Τα ’χα όμως υπολογισμένα, δεν μπορούσα να κάνω πίσω, δε γινόταν ν’ αποτύχω. Θυμάσαι πώς έγινε; Φύγαμε μαζί από την ταβέρνα, τρεις τη νύχτα, περπατούσαμε στο δρόμο, το ψαλίδι μέσα στην τσάντα μου, να χάνω τα λόγια μου και να τρέμω, σε ρώτησα κάτι για να μιλάς εσύ κι εγώ να ετοιμάζομαι, ανοίγω το φερμουάρ, τραντάζομαι ολόκληρη από το τρέμουλο, η καρδιά μου θα σπάσει, ο αέρας δε μου ’ναι αρκετός αλλά πρέπει να το κάνω, να μην αποτύχω, μια φορά στη ζωή μου να τελειώσω κάτι, να το φτάσω μέχρι τέλους και χέστηκα για το βιβλίο, πιάνω το ψαλίδι, κρύο, με καίει, έλα κάν’ το, κάν’ το επιτέλους, τώρα είναι η στιγμή, σ’ το ζήτησε, όχι ουρλιάζω αλλά δεν ακούγεται, όχι, έχει τρία παιδιά, μα σ’ το ζήτησε, μια ζωή μπροστά στην ιδέα που μένει, κάν’ το, τα μάτια να ψάχνουν μια κίνηση στο δρόμο κάποιος να περάσει, το κεφάλι δυο φορές μπρος πίσω μα κανείς, μιλάς μιλάς και χώνω την παγωμένη αιχμή μέσα στην πλάτη, ουρλιάζω ουρλιάζω κι ακούγεται παντού, το ψαλίδι στον κάδο, εσύ κάτω, βοήθεια βοήθεια, κόσμος, αστυνομία, νοσοκομείο, αυτοί οι νεαροί με τα μαύρα το κάνανε, δύο ήταν, φύγαν τρέχοντας, δεν ξέρω γιατί, αφήστε με δε θυμάμαι είμαι σε κατάσταση σοκ, ανακρίσεις, καταθέσεις, αφήστε με είμαι σε κατάσταση σοκ, συγγενείς, φίλοι, δε θυμάμαι είμαι σε κατάσταση σοκ… το σοκ που τόσο με βόλεψε κι ακόμα με βολεύει, το σοκ που θα κάνω καιρό να ξεπεράσω και όλους τους ξεγελώ, είμαι μάρτυρας εγκλήματος, δολοφόνησαν τη φίλη μου, δίπλα δίπλα καθόμασταν πριν από λίγο καιρό και τώρα θα έβγαζε βιβλίο, δε θα με πιάσουν, αφού δε μ’ έπιασαν δε θα με πιάσουν, τύψεις δεν έχω, έχω παιδί, τύψεις θ’ αποκτήσω άμα με πιάσουν, αν έχω τύψεις δε ζω…
Λύγισα. Πρώτη φορά, άλλη δε θα μου επιτρέψω. Πάρ’ το λουλούδι που σου έφερα, τόσο καιρό μαζί δε σε ρώτησα ποιο είν’ τ’ αγαπημένο σου. Γαρδένια σου ’φερα. Να, σ’ την αφήνω.


2

«Αποδεδειγμένα. Πεισιθάνατος. Νέκυια. Πώς γράφονται αυτά, επιμελήτρια; Πώς συλλαβίζονται;» Όταν σε γνώρισα συλλάβιζες τις λέξεις. Όταν σε σκότωνα δε βρήκες ούτε μία να με γοητεύσεις. Σου άξιζε λοιπόν.
Δεν το πίστευες, ε; Δεν το πίστευες ότι θα το τέλειωνα όταν με προκάλεσες. Πείραμα είπες, να δοκιμάσουμε τα όριά μας, ο τρόπος δικός σου, όπως θέλεις. Αν τα καταφέρεις θα το κάνεις βιβλίο, αν όχι θα το κάνω εγώ. Έπαιζες; Ποιος ξέρει, ποτέ δε μ’ έπεισαν οι λόγοι σου. Αλλά ποσώς μ’ ενδιαφέρει. Τι νόμιζες, ότι θ’ αρρώσταινα; Ότι δε θα μπορούσα να το κάνω έτσι απλά; Ότι θα δυσκολευόμουν να το πάρω απόφαση όταν το δίλημμα που έθεσες ήταν ή εσύ ή εγώ; Εγώ ό,τι αποφασίζω το ολοκληρώνω, το φτάνω μέχρι τέλους, το πετυχαίνω. Έτσι απλά.
Δε δίστασα ούτε καν την τελευταία στιγμή. Τα ’χα όλα υπολογισμένα, όλα θα λειτουργούσαν στην εντέλεια. Θυμάσαι πώς έγινε; Φύγαμε μαζί από την ταβέρνα, τρεις τη νύχτα, περπατούσαμε στο δρόμο, το ψαλίδι, ψαλίδι θα ήταν, τι άλλο, το κορίτσι του Β2 το έμπηξε στο χέρι του, η μάνα που σκότωσε το γιο το ’χε πίσω στο φιόγκο της, εγώ χύμα μέσα στην τσάντα μου, μιλούσα εγώ, κανονικά, δε νομίζω να κόμπιασα ενόσω ετοιμαζόμουν, ανοίγω το φερμουάρ, το χέρι μου τρέμει λιγάκι μου φαίνεται, στο άλλο μου χέρι το χαρτομάντιλο, η καρδιά μου χτυπάει δυνατά, δεν υπάρχει περίπτωση ν’ αποτύχω, χέστηκα για το βιβλίο, εδώ είναι ζήτημα αρχής, ο στόχος και μόνο ο στόχος, εξάλλου σ’ το ζήτησε, έχεις τα μέιλ της, πιάνω το ψαλίδι, έλα κάν’ το, τώρα είναι η στιγμή, έχει τρία παιδιά, θέλει λέει και τέταρτο, είναι τρελή, τρία παιδιά και να θέλει κι άλλο, εγώ ένα και δεν αντέχω, άκου τρία, έλα κάν’ το επιτέλους, τα μάτια ψάχνουν μια κίνηση στο δρόμο, λες να με πάρει κανένας χαμπάρι και να πάνε όλα στράφι, το κεφάλι δυο φορές μπρος πίσω μην είν’ κάνας ξέμπαρκος ή περνά κάνα αυτοκίνητο, μιλάω μιλάω και να, τώρα, χώνω το ψαλίδι κρατώντας το με το χαρτομάντιλο, πιέζω βαθιά, μου γλιστράει στη χούφτα αλλά το μπήγω βαθύτερα, ουρλιάζω ουρλιάζω, πώς θα μαζευτεί ο κόσμος να έρθει η αστυνομία, μισά πράγματα δεν αφήνω ποτέ, το ψαλίδι με το χαρτομάντιλο στον κάδο, εσύ κάτω, στους λεβέντες με τα μαύρα το φόρτωσα, δύο είπα ήτανε, τράβα βρες τους, εγώ έχω πάθει σοκ, τι ανακρίσεις και καταθέσεις, έχω πάθει σοκ, τόσο βολικό και μελετημένο, τίποτα στην τύχη του αλλιώς δεν πετυχαίνεις, σοκ λέμε, σοκ, δολοφόνησαν τη φίλη μου, δίπλα δίπλα καθόμασταν πριν από λίγο καιρό και τώρα θα έβγαζε βιβλίο, ποτέ δε θα με πιάσουν, αλλά και να με πιάσουν έχω τις αποδείξεις, έχω τα μέιλ σου, φόνος κατά παραγγελία, η δεύτερη φορά στα ελληνικά χρονικά, εγώ κι εκείνος ο φουκαράς με το λογοτεχνικό ονοματεπώνυμο και τη ρομαντική γλυκερόφατσα, πόσο να μείνω μέσα, είμαι μητέρα, έχω παιδί να μεγαλώσω…
Σκέφτηκα να σου φέρω μια γαρδένια, αλλά την ξέχασα σπίτι.

 

 

Παρασκευή, 24 Ιούνιος 2016 14:17

Ψέματα λες

Νύφη τού θύμισε με το μακρύ άσπρο φόρεμα να χύνεται γύρω της καθισμένη πάνω του στο ξένο κρεβάτι, και κάπως έτσι του φάνηκε η νύχτα γαμήλια. Τον αιφνιδίασε της είπε, ψέματα λες του είπε και τέντωσε πίσω το κεφάλι της. Πρόβαλε τότε το χρυσό περιδέραιο που ’χε δεμένο κατάσαρκα στο λαιμό, ταλαντεύτηκαν άναρχα εκείνα τα… Φυλλαράκια, της είχε πει νωρίτερα, όχι, λογχία, του ’χε απαντήσει, να, κοίτα, σαν αιχμές από λόγχες στη σειρά, όχι, δάκρυα είναι, της είχε πει, που κλυδωνίζονταν σε κάθε της κίνηση τώρα, και πριν φυσικά, αλλά το τώρα μετρούσε.

Τρίτη, 14 Ιούνιος 2016 07:20

Ευτυχώς βρέχει

Ευτυχώς βρέχει, έχω αφήσει τα παράθυρα ανοιχτά στο σαλόνι στην κουζίνα στο αυτοκίνητο, όλα μέσα διάστικτα, κηλίδες που θα μεγαλώνουν ώρα με την ώρα, άλλες θα στοιβάζονται αόρατες πάνω τους, θα χρειαστούν μέρες για να στεγνώσει ο μεγάλος καναπές, καιρός που δεν θα καθόμαστε στα μπροστινά καθίσματα του αυτοκινήτου, δεν θα πηγαίνουμε πουθενά, δεν θα μιλάμε αντίκρυ στο παρήγορο φως της τηλεόρασης, με τα δάχτυλα του ενός χεριού θα τραβολογάμε την αλυσίδα του λαιμού μέχρι το στόμα να κρατήσει μέσα τον ήχο μας, ένας απ’ τους δυο θα θυμηθεί ξαφνικά να πάρει το παιδί από το φροντιστήριο, ο άλλος θα πιάσει να στεγνώσει τα βρεμένα αλλά θα μείνει να κρατά ξεφλουδισμένο σκήπτρο ένα κοντάρι σφουγγαρίστρας κάποτε κίτρινης, σε κείνο το βουνό που ’ταν απομεσήμερο κλεισμένοι μες στ’ αμάξι, το πρώτο, στο χρώμα το τουβλί, και δεν θα θυμάται τίποτ’ άλλο παρά το μπούγιο της βροχής γύρω απ’ το τούβλινο όστρακο και κείνο τον όμορφο φόβο μην το νερό τούς παρασύρει, κείνο το ξέβαμμα που πήρε η ζωή μετά τριγύρω, κι αφού αφέθηκε, θα κάτσει στο μουλιασμένο καναπέ, πάνω ακριβώς στο μούλιασμα, να ’ναι πιο σκούρο από το δίπλα, και θα εκτίθεται με όλη του την ησυχία στη λάθος θέση, στην επιλογή που άλλος δεν θα ’κανε, ας μην τον βλέπει κανείς, αρκεί να ξέρει πως το σωστό δεν είναι και το αναμενόμενο, όσην ώρα το νερό θα αφήνει το φθαρμένο ύφασμα και θα μεταναστεύει στο παντελόνι του.

Πέμπτη, 14 Απρίλιος 2016 08:36

Το κιβώτιο

Σύντροφε Σ.,
Τριάντα έξι μερόνυχτα λογάριασα απ’ όταν αποχαιρετιστήκαμε κείνο τ’ απόβραδο, κι αφού μολύβι ξυσμένο βρέθηκε, δυο λόγια θέλω να σου πω να ξέρεις πως ζω ακόμα. Στο χωριό Π. φτάσαμε σήμερις, στο βουνό Γ., βρέχει, βράδυ ατέλειωτο κι απόψε, μα είμαστ’ ασφαλείς εμείς και το κιβώτιο στο μουχλιασμένο καφενέ, στο τζάκι δίπλα εγώ, σκυφτός πάνω απ’ το τέταρτο γράμμα που σου γράφω και ποτέ δε θα στείλω.

Κυριακή, 27 Μάρτιος 2016 15:14

Δεν είμαι μικρή!

Τι να κάνω για να τελειώσει αυτό το μαρτύριο; Να απαλλαγώ γρήγορα κι ανώδυνα χωρίς να το καταλάβει;
Συνεχίζω να ασθμαίνω στο ρυθμό που μου δίνει κουνώντας τη λεκάνη μου όσο μπορώ κάτω από το βάρος του που με πλακώνει. Συνέχισε, συνέχισε, λέω στον εαυτό μου, μην υποψιαστεί και κρατήσει παραπάνω. Σφίγγω κι άλλο τις παλάμες μου στην πλάτη του, του δαγκώνω το λαιμό όπως πρέπει, τώρα τον απομακρύνω λιγάκι, σκύβει εκείνος το κεφάλι στο στήθος μου και μου ξεφεύγει ένα βογκητό. Λάθος, μέγα λάθος: πιστεύει ότι ανταποκρίνομαι. Κλείνω τα μάτια για να μην ουρλιάξω, δαγκώνω τα χείλη μη μου ξεφύγουν και οι λέξεις και… δεύτερο λάθος. Κοίτα τι έπαθα, νομίζει πως μ’ αρέσει και το ξανακάνει!

Κυριακή, 27 Μάρτιος 2016 08:45

Μείνε όπως είσαι

Πάχυνε. Ναι, πάχυνε. Μη φανταστείς πολύ, να, πέντ’ έξι κιλά – αλλά γιατί να παχύνει; Κι έχει πάψει εδώ και καιρό να βάφεται, βαριέται, λέει, να ντυθεί, να φτιαχτεί λιγάκι σαν γυναίκα. Γιατί; Γιατί να βαριέται; Και γιατί να παχύνει; Δηλαδή όλοι οι άλλοι πριν από μένα να έχουν φάει το μέλι κι εγώ να τρώω τα σκατά; Τη θυμάσαι, φίλε, πώς ήταν; Τη θυμάσαι; Ε, ξέχασέ το, έγινε άλλη τώρα, δυο τρεις μήνες αφού τα φτιάξαμε. Το καταλαβαίνεις; Δυο τρεις μήνες αφού τα φτιάξαμε! Και της λέω τέρμα –μ’ ακούς ή ψάχνεις αναπτήρα;-, τέρμα λέω, εγώ σε θέλω όπως ήσουν, όπως τόσα χρόνια που σε είχαν οι άλλοι. Την πίεσα, την πίεσα πολύ, μία, δύο, τρεις, την πίεσα ξανά, εντάξει, λέει, θα ξαναγίνει όπως ήταν πριν. Ήδη άρχισε κάπως να σουλουπώνεται… Ναι, αλλά τώρα πιέζομαι εγώ, φίλε – να, πάρε και τασάκι. Δέκα βράδια τώρα που τα συζητήσαμε, μάτι δεν έχω κλείσει, έχω σκάψει σου λέω το κρεβάτι, φυσώ ξεφυσώ... Με το που μπαίνω στο σπίτι, ψάχνω να τη δω, τη φιλώ τάχα μου σαν να μην τρέχει τίποτα, της μιλώ σαν να μην τρέχει τίποτα, τρώω και πίνω και καπνίζω σαν να μην τρέχει τίποτα. Αλλά τρέχει. Τι με κοιτάς έτσι, ρε μαλάκα; Δεν κατάλαβες; Της είπα να κάνει κάτι να φτιαχτεί να τη χαρώ κι εγώ όπως οι πρώην, να νιώσω κι εγώ όπως οι πρώην, να με κοιτάνε οι άλλοι και να με δείχνουν όπως έδειχνα εγώ τους προηγούμενους, αλλά αν γίνει όπως ήταν πριν, θα τη χαρώ εγώ ή οι επόμενοι; Και τώρα; Πώς να μπαλώσω το λάθος μου τώρα; Πώς να το πάρω πίσω, πώς θα βρω ησυχία;… Το στομάχι μου, φίλε, το στομάχι μου, πάρ’ την μπίρα, με πείραξε, πιες την εσύ. Κι αυτό το τσιγάρο, τρέμουλο μου ’φερε. Ν’ ανοίξουμε λίγο την μπαλκονόπορτα, κάνει ζέστη εδώ μέσα… Τι; Τι με κοιτάς έτσι; Τι χαμογελάς, ρε, σαν ηλίθιος; Κάνει ζέστη, ρε, σου λέω, άνοιξε, με χάλασε η μπίρα… Τι, δε με πιστεύεις; Νομίζεις ότι δεν είναι από την… Δε με πιστεύεις…

Κυριακή, 27 Μάρτιος 2016 08:44

Σφαλλότητα

Και πέρασαν μήνες, χρόνια, αιώνες μετά από εκείνο τον όλεθρο, και οι γυναίκες γέμισαν τις πόλεις και τα χωριά, τα όρη και τους κάμπους, τις νήσους τις ξερές, τις εύφορες και τις τυρφώδεις, την ενδοχώρα την τραχιά, την ήπειρο όλη, γυναίκες παντού, γυναίκες σ’ ολάκερη τη γη, θαρρείς πριν, τώρα και για πάντα. Κι ήταν τέτοια η δύναμη του νου, που πλήθαιναν με τα οράματα της σκέψης, και γεννούσαν κόρες, τον καρπό της επιθυμίας τους. Και ζούσαν όλες αρμονικά, δίχως το φθόνο να γνωρίζουν μήτε την προδοσία.

Κυριακή, 27 Μάρτιος 2016 08:41

Έχεις καταλάβει τι έκανες;

(αφιερωμένο σε όλους εσάς συν το δάσκαλο)

Έχεις καταλάβει; Όχι, ιδέα δεν έχεις τι έκανες. Τα ’χα τόσο τακτοποιημένα, να γράφουν οι άλλοι να κρίνω εγώ, να ανησυχούν οι άλλοι να καθησυχάζω εγώ, να φοβούνται οι άλλοι να φοβάμαι κι εγώ αλλά να μη φοβάμαι να φοβηθώ, κι ήρθες εσύ και μ’ αναστάτωσες, με τάραξες, και τώρα φοβάμαι να φοβηθώ, φοβάμαι που φοβάμαι το φόβο μου. Μ’ έβαλες σ’ ένα δρόμο χωρίς επιστροφή, μονόδρομο, κι εγώ δεν αντέχω να μην έχω επιστροφή, σ’ ό,τι αποφασίζω θέλω να έχω πάντα μια πόρτα ανοιχτή, ένα παράθυρο, μια χαραμάδα να μπορώ να αλλάξω γνώμη και να γυρίσω, να έχω την αίσθηση –ψευδαίσθηση θες; ψευδαίσθηση- της επιλογής, και τώρα δε γίνεται να κάνω πίσω, τώρα δεν προλαβαίνω, τώρα μου τελειώνει ο χρόνος για να γράψω, να ζήσω για να γράψω, να διαβάσω για να γράψω, πού να τους προλάβω όλους αυτούς; Τον ήξερες εσύ τον Ντελίλο; Τον Κάρβερ; Αυτή τη Γέλι… Γιέλινκε… αυτή που έγραψε τη «Λαγνεία» τέλος πάντων, την ήξερες; Τον Πάνο Τσίρο; Τον Παντιού, πώς διάολο λέγεται; Κι αν δεν τους ήξερες, πώς μπορείς και γράφεις έτσι κι εγώ όχι; Το κεφάλι μου είναι γεμάτο κείμενα, δε σταματάω να παίζω μέσα μου κείμενα, πώς να ησυχάσω όταν υπάρχουν τα λευκά παπούτσια κι ένα σκέτο λευκό, ένα μωρό που κλαίει κλαίει κλαίει κι όταν μεγαλώσει πάλι θα κλαίει, η κυρία Πότα, ο γάτος ο Αρούλης και το τόπι που δεν ξέχασες, κάτι μαργαρίτες και ο μεγάλος αδερφός, η αράχνη που γίνετ’ η μάνα μου κι εκείνος ο υδραυλικός που σπάσαν οι σωλήνες και τι κάνουμε τον φώναξες, όταν επικοινωνείς με προβολή χωρίς να μιλάς, ξαπλώνεις σε κατουρημένο χώμα και δίπλα μυρίζει πετρέλαιο, όταν πας να δεις συνέχεια την ηθοποιό που φιλιέται, φτιάχνεις μια χώρα που τη λένε Άντρηια και μια άλλη που τη λένε Γύνηια –έτσι ήταν η ορθογραφία που είχες φανταστεί;-, σου λένε Κοσμοφυΐα κι εσύ εμπνέεσαι μαριονέτες και σινεμά, όταν θυμάσαι τα χρόνια που δεν προσπαθούσαμε, όταν δαιμονίζεσαι και γράφεις για μια απώλεια –και δεν ανεβάζεις τον κώλο που με κρατά στη ζωή να το βλέπω να χτυπιέμαι-, ακόμη και οι σκεπτομορφές σου με κυνηγάνε, ακόμη κι όταν δε γράφεις τίποτα είσαι εκεί, σε βλέπω, σε ακούω, σε σκέφτομαι – κι εγώ, όταν τα έχω όλα αυτά στο κεφάλι μου, πώς να γράψω, να κάνω μια ρημαδοάσκηση; Είπα στον άλλο να μου πει μια πρόταση, ό,τι του ’ρχεται, να την έχω για να μου εκτρέψει τη ροή, και μου είπε «Και οι θεοί τρελάθηκαν». Τι να το κάνω τώρα αυτό; «Και οι θεοί τρελάθηκαν»… Να το κάνω σύνθημα σε τοίχο, να το βάλω στο στόμα κάνα πιτσιρικά, να μιλήσω κανονικά για την ταινία, που βρίσκουν εκείνοι οι ιθαγενείς το μπουκάλι και το κάνουν θεό, τοτέμ, τι σκατά το κάνουν; Θα πάω και θα του πω τι αηδία μου ’δωσες; Θα μου πει «Άι παράτα μας, ρε Αντούλα», μ’ εκείνη την τόσο δική του αποπεμπτική χειρονομία… μπα, θα μου πει ότι πιστεύει σε μένα και θα με πάρει αγκαλιά, θα μείνω λίγες στιγμές εκεί στο στήθος του να με νταντέψουν τα χάδια κι ύστερα θα κάτσω στον υπολογιστή, θα ’ρθει από πάνω μου και θ’ ακουμπήσει ενθαρρυντικά τις παλάμες του στους ώμους μου να μου πάρει το βάρος, χωρίς να καταλαβαίνει κι αυτός ότι μόλις τραβήξει τα χέρια του θα μου αφήσει όλο το βάρος ασήκωτο στους ώμους.

Και σε ξαναρωτάω –θα σε ρωτάω ξανά και ξανά μέχρι να χάσεις κι εσύ τον ύπνο σου, να τυραννιέσαι κι εσύ όπως εγώ-, σε ρωτάω, έχεις καταλάβει τι έκανες; Κι όχι τίποτ’ άλλο, αλλά πάντα μισούσα τους μονόδρομους. Πιο πολύ κι απ’ τα αδιέξοδα.

Σελίδα 1 από 2