Δευτέρα, 13 Φεβρουάριος 2017 10:49

Μια βραδιά στο Λούκι

Γράφτηκε από την

Μαρία, θέλω να σε ρωτήσω κάτι, εσύ που ξέρεις περισσότερα, αλλά πρώτα να σου πω ότι το βιβλίο θα το παραδώσω αύριο γιατί την πάτησα. Ξανά. Άκου πώς έγινε.

Έχει εδώ στη σελ. 126 μια «χορευτική μάστιγα» το μεταφράζει αυτός, «επιδημία χορού» θα το βάλω εγώ, ήταν το 1518 στο Στρασβούργο, ξεκίνησε λέει από μια Frau Troffea, όπως τ’ ακούς, λατινικά στοιχεία, πραγματικό γεγονός – να θυμηθώ να το πω σε μια φίλη που γράφει ιστορικές βιογραφίες, θα την ενδιαφέρει. Τέλος πάντων, το ’ψαξα σε πέντ’ έξι Αρμούς μέχρι να καταλήξω, αποφασίζω, φτάνω όμως σ’ έναν Αρμό που ’χει μέσα αυτό κι έναν πανικό πέους. Επιμέλεια κάνουμε, σκέφτομαι, να μην μπω να δω να ξέρουμε; Μπαίνω - μη γελάς, ρε Μαρία, δεν είναι αυτό που φαντάζεσαι, ψυχική νόσος είναι, φοβούνται οι άντρες μη συρρικνωθούν τα γεννητικά τους όργανα. Μη γελάς, σοβαρά, Κόρο το λένε, στα μαλαισιανά –νομίζω μαλαισιανά ήτανε… είναι κι αυτό το βουνό πληροφοριών που μετά δε σου μένει τίποτα-, τέλος πάντων σημαίνει «το κεφάλι της χελώνας», μη ρωτήσεις γιατί, εγώ κεφάλι χελώνας ζωντανό δεν έχω δει για να ξέρω προς τι κι αν στέκει η συρρίκνωση, σημασία έχει ότι αυτό είναι επιδημία. Κι η ουσία είναι ότι από Αρμό σε Αρμό με ρούφηξε το Λούκι ως το πρωί, να μάθω για τι λες εσύ; Για έναν αγγλικό ιδρώτα, για τους αστακούς που αναπτύσσονται μέχρι να πεθάνουν, κάτι για το μπικίνι που ακόμη δε θυμάμαι αν ήταν το μαγιό, το νησί ή η αποτρίχωση, καμιά εκατοστή αποφθέγματα του Όσκαρ Ουάιλντ που τα ξέχασα όλα, πώς ζητάνε συγγνώμη οι γυναίκες («συγγνώμη, αλλά εσύ φταις»), πώς θέλουν οι γυναίκες να τις φλερτάρουν στο μπαρ (κι άμα αυτός βγάλει γκόμενα να με φτύσεις), τριάντα μεγάλες αλήθειες για τους άντρες (ούτε μία δε συγκράτησα, άρα ψέματα), πόσο κοστίζει μια ηλεκτρονική ζυγαριά (ανέβηκα σε μια τέτοια προχθές, σκέτη απάτη, σαν τα ηλεκτρονικά θερμόμετρα που χάνουν δυο τρία δέκατα πάνω κάτω, ε, μόνο που αυτές χάνουν στάνταρ δυο τρία κιλά προς τα πάνω), τη διαφορά νευρωτικού - ψυχωτικού (ή μήπως νευρωσικού - ψυχωσικού; όπως και να ’χει, αν με ρωτήσεις δεν ξέρω να σου την πω, κι έδωσα και προσοχή, να φανταστείς), για κείνο το στοιχειωμένο κάστρο (βιντεάκι στο Σωληνάκι, αλλά αυτή τη φορά βγήκα γρήγορα, τις προάλλες δεν ξεκολλούσα), το σέξι ατύχημα της παρουσιάστριας, κι άλλο σέξι ατύχημα άλλης παρουσιάστριας, σέξι ατυχήματα γενικά (ε, δεν ξεκόλλησα κι αμέσως), και τελικά πολύ σεξ, Μαρία, γεμάτο σεξ το Λούκι, και γεμάτο ψέματα. Και δεν είναι ν’ απορεί κανείς αφού όλοι κρύβονται εδώ μέσα και κανείς δε μιλάει, δε μιλάμε, σε λίγο θα χαθούν οι λέξεις οι μιλητές, μόνο σκέψεις και γράμματα θα ’ναι όλα, η γλώσσα θα μείνει στο στόμα για να σπρώχνει την ίνα απ’ το κρέας που ’χει σφηνώσει στο δόντι… Να, και τώρα που μιλάω, το μάτι κολλημένο εδώ στην οθόνη, σου μιλάω και διαβάζω για τη ζωή του Μικελάντζελο – τι με νοιάζει εμένα για τη ζωή του Μικελάντζελο, ποιος νοιάζεται για τη ζωή του Μικελάντζελο; Πού θα μου χρησιμεύσει δηλαδή η ζωή του Μικελάντζελο; Αλλά αυτό που μ’ ανησυχεί είναι το μάτι το ορθάνοιχτο, γιατί αν υπήρχε έρωτας –έρωτας, Μαρία, έρωτας και όχι σεξ- το μάτι θα ήταν μισόκλειστο, κι υποψιάζομαι κι εγώ τον εαυτό μου, γιατί κι εγώ που διαλέγω… Γελάς πάλι; Αλλιώς γελάς τώρα, αλλά γελάς, κι εγώ μιλάω σοβαρά!
Τέλος πάντων, Μαρία, αυτό που δεν καταλαβαίνω, για να μη σε ζαλίζω, είναι το εξής: Τι είν’ αυτά τα Μπισκότα; Και γιατί τα βρίσκω συνέχεια μπροστά μου; «Όροι και οδηγίες χρήσης για τα Μπισκότα», «Χρησιμοποιούμε Μπισκότα άλλων και δικά μας για…» μπλα μπλα μπλα, «Αν συνεχίσετε, σημαίνει ότι αποδέχεστε τη χρήση των Μπισκότων» - Μπισκότα, Μπισκότα, Μπισκότα, και κανείς δε λέει τι είναι αυτά τα Μπισκότα! Σαν να ζω σε μια χώρα που όλοι τρώνε Μπισκότα κι εγώ απλώς μπισκότα! Σε λίγο μου φαίνεται θα λέμε –όχι λέμε, τρόπος του λέγειν φυσικά- μπισκοτώνεται στη δουλειά, μπισκοτώθηκα να προλάβω, αυτό το χρώμα με μπισκοτώνει, μπισκοτωμένο αίμα, με μπισκότωσε γιατί την αγαπούσα, μπισκότωσέ με είναι η τελευταία χάρη που σου ζητώ, μέχρι στο τέλος να μπισκοτωθούμε μεταξύ μας να τελειώσει η ιστορ… Οχ, περίμενε, χτυπάει το σταθερό, στάσου να δω ποιος είναι… μη δουν ανθρώπους να επικοινωνούν… περίμενε, θα τον κλείσω να συνεχίσουμε…
«Α, έλα, Μαρία, κι ότι σε σκεφτόμουν… Τίποτα, μωρέ, να, εδώ… Να σε πάρω εγώ αργότερα γιατί κάτι κάνω;»