Δευτέρα, 29 Φεβρουάριος 2016 08:43

Να βρεις τον παράδεισό σου

Γράφτηκε από την

Είμαι πια σπίτι μου, είμαι το σπίτι μου.

Ο μπαμπάς  κάποτε μου είπε πως ο Κύριος μας έφτιαξε από χώμα, πρώτα εκείνον, ύστερα τη μαμά, ήρθαμε κι εμείς  και όταν έρχεται η ώρα στο χώμα καταλήγουμε πάλι.

Και είναι τόσο όμορφη αυτή η αίσθηση! Όταν βρέχει το νερό κυλάει σαν να έχει φλέβες η γη στο τεράστιο σώμα της και με δροσίζει. Όταν βγαίνει ο ήλιος είναι τόσο λαμπερός, νιώθω τη ζεστασιά της αγκαλιάς της μαμάς μου. Θα νιώσει άραγε έτσι ποτέ και ο Κάιν; Τι κουβαλάει η ψυχούλα του; Βαρύ το φορτίο του στίγματός του. Κι έφταιγε σε τίποτα στ’ αλήθεια αυτός;

 

Όλα όσα συνέβησαν μέχρι τι στιγμή που με σκότωσε, δεν ήταν παρά μια αλυσιδωτή αντίδραση. Ο μπαμπάς, όταν ήμασταν μικρά, μας έλεγε κάθε βράδυ την ιστορία της γνωριμίας του με τη μαμά. Το πρώτο σπίτι τους στην αρχή δεν υπήρχε καν και ο Κύριος τους έφτιαξε έναν  κήπο με όλα τα καλά. Το μάτι θαμπωνόταν από την ομορφιά έλεγε, του Κάιν το μάτι γυάλιζε από το θαυμασμό. Ο Κύριος έφτιαξε τη γη, τη θάλασσα, τα κόσμησε με ψάρια και πουλιά, με πράσινο, με όλα τα καλά και στο τέλος τα ευλόγησε. Με νοσταλγία θυμόταν ο μπαμπάς πως τα είχαν όλα. Και μετά κοιτούσε τη μαμά. Ξέραμε τη συνέχεια. Ο Κάιν κατηγορούσε τη μαμά που είχε τα πάντα και ήθελε και άλλα. Ο μπαμπάς σώπαινε, η μαμά δάκρυζε. Πλήγωναν τα λόγια του Κάιν για όλα αυτά που του στέρησαν. Η μαμά και ο μπαμπάς έφαγαν από το Δέντρο της Γνώσης, το είχε απαγορεύσει ο Κύριος, εκείνοι δεν άκουσαν και τους έδιωξε από τον Παράδεισο. Πάντα θυμωμένος ο Κάιν για όλα αυτά που δεν είχε, ποτέ ευτυχισμένος για αυτά που είχε.

Πέρασαν τα χρόνια, μεγαλώσαμε. Βοσκός έγινα εγώ, γεωργός εκείνος. Μια μέρα προσφέραμε θυσία στον Κύριο τα καλά που είχαμε. Ακόμα αναρωτιέμαι γιατί  Τον ευχαρίστησαν τα δικά μου, δυσαρέστησαν του Κάιν. Ακόμα πονάω για τον αδερφό μου, για την οργή και την αδικία που ένιωσε για ακόμα μία φορά. Για αυτά που έλεγε ότι στερήθηκε και μόνο μοχθούσε στη ζωή του.

Με σκότωσε εκείνη τη μέρα. Και λυπήθηκα πολύ γι’ αυτόν. Ο Κύριος τον στιγμάτισε και τον έστειλε στη χώρα του Νωδ. Πώς θα τα καταφέρει μόνος εκεί; Πώς θα τα βγάλει πέρα με όλα αυτά που αποτυπώνονται στο στίγμα του; Θα βρει ποτέ τον Παράδεισό του όπως τον βρήκα εγώ;

Άρχισε να βρέχει πάλι. Η δροσιά αυτή με ευχαριστεί σαν το γάλα που έπινα από τη μαμά μου. Δε μου μένει τίποτα παρά να προσευχηθώ στον Κύριο για τον Κάιν. Και μια μέρα ίσως γίνουμε ένα με το χώμα μαζί..