Τρίτη, 16 Φεβρουάριος 2016 10:40

Αέναος κύκλος

Γράφτηκε από τον

Τα λιγοστά βήματα απ’ το ναό μέχρι τον τόπο μόνιμης κατοικίας τα έκανε με κόπο. Τα πόδια του βαριά σαν ατσάλι και το σώμα του άκαμπτο αδυνατούσε ν’ ακολουθήσει τις μηχανικές εντολές του μυαλού του. Υποβασταζόμενους απ’ τους ελάχιστους φίλους που έσπευσαν να αποχαιρετήσουν για τελευταία φορά τον αγαπημένο του αδελφό έριξε με χέρια τρεμάμενα μια χούφτα χώμα κι ένα γαρίφαλο  κ’ απομακρύνθηκε μη θέλοντας ν’ ακούσει τον παγωμένο ήχο απ’ το φτυάρισμα των εργατών.

Η παρέα της λύπης του ‘σφιξε το χέρι και τον αγκάλιασε με θέρμη ενώ του ‘διναν συλλυπητήρια και κουράγιο στον καφέ της σιωπής. Βουβή φιγούρα σ’ όλη τη διαδικασία, με τα μάτια υγρά και κόκκινα κοιτούσε απροσδιόριστα τον κόσμο χωρίς να μπορεί να παρατηρήσει, χωρίς να ξεχωρίζει πρόσωπα, καταστάσεις, γεγονότα. Δίπλα του από την πρώτη στιγμή της συμφοράς ο επιστήθιος φίλος του, δεν τον άφησε στιγμή μόνο, προσπαθούσε να τον παρηγορήσει όμως τα λόγια του γινόταν αέρας που ‘σμιγαν με τους καπνούς των τσιγάρων στο μικρό καφενείο.

Η μαία εμφανίστηκε απ’ την πόρτα του θαλάμου ενημέρωσης και μ’ ένα χαμόγελο ανακοίνωσε δυνατά στον πατέρα : «Αγόρι!» Οι συγγενείς και φίλοι, σύντροφοι της αγωνίας  και της προσμονής του ξέσπασαν σε επιφωνήματα επιβράβευσης και χαράς. Έτρεξαν τον αγκάλιασαν και με φιλιά του έδωσαν τις ευχές τους. Λίγο αργότερα φέρανε το μικρό ήρωα της ζωής τυλιγμένο στα λεύκα του σεντονάκια κι όλη η παρέα της ευτυχίας έσπευσε με γέλια φωνές και σχόλια του τύπου «φτυστός ο πατέρας του» και «ίδιος η μάνα του» να καλωσορίσει το νεογνό στον νέο του κόσμο. Η μαία ενημέρωσε ότι όλα πήγαν καλά, η μητέρα είναι σε άριστη κατάσταση και σε λίγο θα ανεβάσουν και τους δύο στο δωμάτιο. 

Μόνο όταν οι περισσότεροι συνοδοί της λύπης του είχαν ήδη φύγει κ’ έμειναν λιγοστοί που συζητούσαν χαμηλόφωνα στα τραπεζάκια του καφενείου γύρισε στο φίλο του και   με βραχνή φωνή του είπε:

«Γιατί αυτό; Εγώ έπρεπε, όχι αυτός. Ήταν νέος… Νέος ήταν… Να έφευγα εγώ. Αδικία… Τον προστάτευα πάντα. Ήμουν πάντα εκεί. Δεν μπόρεσα να τον σώσω. Δεν είχε τίποτα στο πορτοφόλι του… Τον έσφαξαν σαν σκυλί…» Ξέσπασε σε λυγμούς στην αγκαλιά του  φίλου του, σφίγγοντας τα χέρια του πάνω στην πλάτη του ανασαίνοντας βαριά. Οι τελευταίοι αποχωρούντες βλέποντας ότι δεν ήταν σε θέση να τους χαιρετήσει έφευγαν κάνοντας ένα νεύμα συγκατάβασης στο φίλο του που τους κοιτούσε περίλυπος. 

«Μόνο ο πατέρας να περάσει μέσα. Οι υπόλοιποι στο σαλόνι παρακαλώ» είπε η μαία με φωνή στρατηγού. Εκείνος μπήκε στο δωμάτιο και την είδε ξαπλωμένη να τον κοιτάζει μ’ ένα βλέμμα ανακούφισης κ’ ενοχής. Την πλησίασε και τη φίλησε στο μέτωπο. «Όλα καλά» της είπε χαμογελώντας. Εκείνη άπλωσε τα χέρια της λέγοντας με αχνή φωνή «Δεν θα το μάθει ποτέ, δεν πρόκειται να του πω τίποτα, στο υπόσχομαι».

«Δεν έχει σημασία πια. Αυτά τα ξεκαθαρίσαμε από τότε που έδωσες τέλος σ’ αυτήν την παράνομη σχέση, λίγο πριν μάθεις ότι είσαι έγκυος. Το αποδέχτηκα. Θα το μεγαλώσω σαν δικό μου».

«Όχι στο λέω για να μη φοβάσαι ότι μπορεί στο μέλλον να του το πω. Δεν θέλω να τον ξαναδώ».

Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο, τράβηξε την κουρτίνα για να μπει φως και ψέλλισε σχεδόν από μέσα του.

«Μην ανησυχείς… Δεν θα τον ξαναδείς ποτέ πια… Φρόντισα γι’ αυτό… » 

Βλέποντας τη νέα παρέα της λύπης να μπαίνει στο καφενείο ο φίλος του τον σήκωσε και κρατώντας τον απ’ τη μασχάλη τον έβγαλε έξω στον καθαρό αέρα. Εκεί έξω στη σιωπή της πόλης των νεκρών σκέφτηκε ότι δεν απέμεινε κανένας πια απόγονος στην οικογένεια εκτός από αυτόν.