Κυριακή, 21 Φεβρουάριος 2016 06:36

Μία, δύο, τέσσερις

Γράφτηκε από την

Μπήκε στο παλαιοπωλείο να βρει ένα ιδιαίτερο δώρο για την αδερφή της τη δασκάλα.

Οι πάγκοι στο μαγαζί ίσα που φαινόντουσαν με τόσους θησαυρούς απλωμένους πάνω τους. Καρφίτσες που λαμποκοπούσαν στο φως του ήλιου, ξύλινες σκαλιστές κορνίζες με αυθεντικές φωτογραφίες μιας άλλης εποχής, μπαστούνια από φίλντισι που κάποτε πρόσδιδαν εκτός από στήριγμα, κύρος στον κάτοχό τους, κρυστάλλινοι αστραφτεροί πολυέλαιοι, μανουάλια και κάπου εκεί στην άκρη, αυτό ακριβώς που έψαχνε, ένας πανέμορφος σχολικός άβακας.

 

Τον άγγιξε με τα δάχτυλά της, φύσηξε απαλά να φύγει η σκόνη, πέρασε την πρώτη μπίλια από τη μία πλευρά του στην άλλη και …

- Κωνσταντίνε, ξεχώρισε πέντε μπίλιες 

- Μία, δύο, τέσσερις…

- Προσπάθησε πάλι, από την αρχή.

- Μία, δύο, τέσσερις…

- Λάθος Κωνσταντίνε, δε διάβασες σπίτι σου αυτά που μάθαμε χτες;

- Προσπάθησα να τα θυμηθώ και να τα λέω ξανά από μέσα μου.

-  Μα τα γράψαμε και στο τετράδιο. Δεν έκανες αντιγραφή;

-  Δεν το έχω πια κυρία.

-Πού είναι το τετράδιό σου Κωνσταντίνε; Το έχασες;

-  Όχι κυρία. Κάηκε.

- Κάηκε;

 -Ναι και μια καρέκλα, τώρα μόνο μία. Δεν έχουμε άλλα ξύλα στο σπίτι και κρυώναμε.

- Εντάξει Κωνσταντίνε, σε ευχαριστώ. Κάτσε κάτω.

… και άρχισε να μετρά μία, δύο, τρεις, τέσσερις μπίλιες,  τις περνούσε από τη μία πλευρά στην άλλη. Τι όμορφα χρώματα που είχαν, αναλλοίωτα παρά το πέρασμα του χρόνου. Ποια να ήταν η ιστορία του άραγε; Έπλαθε τις αναμνήσεις του με το μυαλό της, πως τάχα ανήκε σε κάποιον μαθητή που τώρα έχει πατήσει τα ογδόντα και πίνει τον ελληνικό του στο καφενείο της γειτονιάς. Τώρα ο άβακας θα συνέχιζε την ιστορία του και αν ήταν τυχερός δε θα στόλιζε μόνο το γραφείο της αδερφής της, αλλά θα τον χρησιμοποιούσε και ως εργαλείο της δουλειάς της. Τον σήκωσε με τα δυο της χέρια και κατευθύνθηκε προς το ταμείο.

- Ώρα για διάλλειμα παιδιά, βγείτε έξω.

- Ναιαιαιαιαιαιαι!

- Κωνσταντίνε έλα κοντά μου σε παρακαλώ ένα λεπτό.

- Μάλιστα κυρία, κατάλαβα. Να καθίσω μέσα και να γράψω τιμωρία στον πίνακα.

- Όχι, πάρε τον άβακα αγόρι μου δικό σου, να σε βοηθήσει να μάθεις αριθμητική. Έχουμε και άλλον στο γραφείο του διευθυντή για την τάξη μας. 

-- Σας ευχαριστώ πολύ κυρία! Θα τον προσέχω, θα το πω και στη μαμά μου ότι μου τον κάνατε δώρο. Να σας κουβαλήσω την τσάντα σας στο σχόλασμα μέχρι το σπίτι σας; Πώς να σας ευχαριστήσω;

- Βγες τώρα για διάλλειμα και τσιμουδιά σε κανέναν. Θα σε σηκώσω πάλι αύριο στον πίνακα και θέλω να ξέρεις να μετράς μέχρι το δέκα. Έτσι θα με ευχαριστήσεις.

-