Δευτέρα, 18 Απρίλιος 2016 08:52

Σχοινί κορδόνι

Γράφτηκε από τον

Και είναι 1 τρένο. Και τρέχει. Και λέγει ο Ιησούς προς τους μαθητές αυτού: «Να σταματήσω το τρένο τούτο;» Και οι μαθητές σηκώνουν στα χείλια το δάχτυλο που δείχνει, σημάδι πως σκέφτονται και μάλιστα, δυό πράγματα: θα το σταματήσει σα να παγώνει ο χρόνος ή θα το φρενάρει και θα πέσουν όλοι κάτω και ειδικά ο μηχανοδηγός που θα πέσει μέσα στις φωτιές; «Όχι, Θέ μου!» λέει ο μηχανοδηγός, «ας μη γίνει τέτοιο πράμα!»

Παραδίπλα μια γυναίκα στέκεται στο χείλος ενός πηγαδιού και περιμένει με το κύπελλο στο χέρι και τα μάτια καρφωμένα πάνω στον Ιησού και στον ίσκιο ενός δέντρου ένας γάιδαρος περιμένει και κείνος υπομονετικά τον ίδιο άνθρωπο να ανέβει στην ράχη του, δεν το ξέρει όμως γιατί δεν έχει γραφτεί ακόμη.
Τίποτα όμως. Ο Ιησούς αρχίζει να προχωράει μέσα στον ήλιο και οι μαθητές ξεφυσώντας αφήνουν τον ίσκιο από το χαμηλό ντουβάρι και σερνάμενοι τον ακολουθούν. «Δάσκαλε, από την άλλη είναι η πόλη» του λένε «κι από κει που τραβάς είναι η έρημος!»

«Έχω ένα ραντεβού που ξέχασα», λέει εκείνος και συνεχίζει να προχωράει με τα μάτια στις άκρες των σανδαλιών του, «καθήστε σεις και θα στείλω να σας πούν». Οι μαθητές ανακουφισμένοι γυρνούν στις θέσεις τους και πιάνουν να μασουλάνε από ένα στάχυ ο καθείς, ξαπλώνοντας ο ένας στον ώμο διπλανού.

Ο διάκονος σηκώνει το χέρι αντήλιο και κοιτάζει το βάθος του πελάγου. «Σαν ποιο νησί νάναι κείνο κει είπαμε; Θα πάρει καιρό να τα μάθω, μάνα μου... Σα παράξενο να βλέπω θάλασσα εγώ που θράφηκα μέσα στα πουρνάρια. Σα παράξενο να τρώω χορτάρια εγώ που θράφηκα με τα κριάρια. Φτιάχνω όμως ρίμες και είναι τούτο σημάδι θεϊκό», είπε.

Στο μεταξύ ο Ματθαίος γράφει: Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἦν ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα. Ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρᾳ, ἡ ἐπιλεγομένη ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα.
Αλλά ο Ιησούς μην έχοντας καμμιάν αντίληψη περί του τι θάγραφε ο Ματθαίος εξήντα χρόνια μετά, συνεχίζει στην έρημο για καμμιά πεντακοσαριά μέτρα και μόλις χάνεται πίσω από έναν λόφο, άρα και απ΄ τα μάτια των μαθητών του, αρχίζει τις βρισιές, τις οποίες αφού δεν άκουσε, δεν μπορεί και να μεταφέρει στο χαρτί ο Ματθαίος. Κοκκινίζει το μούτρο του, ξεμαλλιάζεται, οργίζεται.

Ο διάκονος ασβεστώνει τα σκαλιά και την μάντρα. Το γένι του έχει στρογγυλές στάλες ιδρώτα που στάζουν απάνω στον ασβέστη ενόσω εκείνος ψέλνει: Πρόσδεξαι τὴν δέησιν ἡμῶν, ὁ καθήμενος ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρός, καὶ ἐλέησον ἡμᾶς. Ὅτι σὺ εἲ μόνος Ἅγιος, σῦ εἲ μόνος Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός.

Ἀμήν. Καθ’ ἑκάστην ἡμέραν εὐλογήσω σέ, καὶ αἰνέσω τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.

Ο μηχανοδηγός ρίχνει κι΄ άλλο κάρβουνο σκεπτόμενος τι πήγε να γίνει.

Η γυναίκα αδειάζει το νερό απ΄το κύπελλο πίσω στο πηγάδι, ο γάιδαρος συνεχίζει και στέκει στον ίσκιο του δέντρου. Οι μαθητές κοιμούνται με τσιλιαδόρο τον μικρότερο. Λάθος. Τον πιο βλάκα.

«Κρίμα το παλικαράκι…» λέει στον εαυτό της η γυναίκα «να περιμένουν όλοι απ΄ αυτόν κι αυτός να μην θέλει άλλο παρά να κοιτάει τριγύρω και να μιλάει με τους ανθρώπους…»